Ραγιάδες και Οθωμανοί – Η Αλήθεια!
Η επιβίωση του ελληνικού έθνους κατά τους ζοφερούς χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας υπήρξε αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων, όχι όμως και αποτέλεσμα του έργου της εκκλησίας. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ήταν ο αυστηρός διαχωρισμός τον οποίον επέβαλε το οθωμανικό κράτος μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία!
Το ότι οι Έλληνες διατήρησαν την εθνική τους συνείδηση, δηλαδή την αίσθηση και την βεβαιότητα ότι ήταν διαφορετικοί από τους Οθωμανούς, και δεν αφομοιώθηκαν από αυτούς, δεν πρέπει να αποδοθεί σε κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα ή υπερφυσική ανωτερότητα της φυλής. Πολλοί, και μάλιστα από όλα τα κοινωνικά στρώματα, για διάφορους λόγους εκτουρκίστηκαν. Ούτε όμως, στην θρησκεία ή την Εκκλησία πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν παρατηρήθηκε μια τέτοια εξέλιξη. Την ίδια αντοχή με τους Έλληνες απέδειξαν και άλλοι λαοί τους οποίους είχαν υποδουλώσει οι Οθωμανοί, είτε είχαν διαφορετική θρησκεία, όπως οι Σέρβοι, οι Κροάτες, οι Βούλγαροι, οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι κ.λ.π. είτε την ίδια με αυτούς, όπως οι Βόσνιοι, οι Αλβανοί και κυρίως οι Άραβες. Παράλληλα, αντίστοιχη «αντοχή» απέδειξαν και οι Οθωμανοί και δεν απορροφήθηκαν από τους ραγιάδες, παρά το ότι, τουλάχιστον στην αρχή, ήταν μια μικρή μειοψηφία μέσα στο σύνολο των υποταγμένων από τους λαούς. Τα αίτια αυτού του φαινομένου αφορούν την φύση της ίδιας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με την λογική που η ίδια ήταν οργανωμένη και με την οποία λειτουργούσε.
Κύριο χαρακτηριστικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η εντονότατη πόλωση των κατοίκων της, οι οποίοι ήταν συσπειρωμένοι γύρο από δύο κέντρα μεταξύ των οποίων δεν ήταν δυνατό να υπάρξει καμία ουσιαστική επικοινωνία, άρα και ανταλλαγή αγαθών, υλικών και μη. Το πρότυπο αυτής της οργάνωσης οι Οθωμανοί το μετέφεραν από την κοιτίδα τους, με μόνη διαφορά, ότι την θέση των ανθρώπων κατείχαν τότε τα πρόβατα και άλλα ζώα. Η κοινωνία τους ποτέ δεν είχε προχωρήσει σε κάποια άλλη, λιγότερη άκαμπτη οργάνωση στην οποία θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετικός ρόλος για τους υποταγμένους λαούς, από αυτόν του ποιμνίου τους. Η χρήση του ονόματος «ραγιάς», δηλώνει το υποταγμένο κι όχι ελεύθερο, το ανυπότακτο κοπάδι και είναι ενδεικτικό της διάθεσής τους έναντι των υποδούλων. Όπως τα πρόβατα παρείχαν στους ποιμένες τους το γάλα και το μαλλί, ως αντάλλαγμα για την φροντίδα που εκείνοι τα παρείχαν, έτσι και οι υπόδουλοι λαοί έπρεπε να εκχωρούν το δικό τους προϊόν στους Τούρκους, με αντάλλαγμα την προστασία από τους εχθρούς και την ειρήνη που απολάμβαναν. Η βασική αρχή της αυτοκρατορίας ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τους κατακτημένους.
Όσο περισσότερες εντάσεις είχε το σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τόσο ποιο ασταθές αυτό ήταν και προκειμένου να επιβιώσει, χρειάστηκε να αναπτύξει πολλούς ειδικούς μηχανισμούς. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή τελικά ενός καθεστώτος φόβου και επιφυλακτικότητας στο οποίοι όλοι παρακολουθούσαν όλους και καθένας υποπτευόταν τους πάντες. Ο φόβος αυτός δεν αφορούσε μόνο τις σχέσεις ραγιάδων-Οθωμανών, αλλά και Οθωμανών-ραγιάδων καθώς και μεταξύ των ποικίλων φυλών «μιλλέτ» των ραγιάδων. Βασική επιδίωξη των Οθωμανών ήταν καθεμία φυλή να παραμένει εχθρικά προς τις υπόλοιπες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι υπόδουλες φυλές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην πραγματικότητα να μην συμβιώσουν ποτέ! Αυτό συνέβαλε στο να μην μπορέσουν να συντονισθούν εναντίον της αυτοκρατορίας, παρά μόνο προς το τέλος της ζωής της, αφού δεν είχαν αποκτήσει όλο αυτό το διάστημα κοινές ιστορικές εμπειρίες και άρα κοινή συνείδηση.
Επίλογος
Αυτό το οποίο πράγματι συνέβη ήταν η ωρίμανση και η μετεξέλιξη των Ελλήνων της συνείδησης του Ρωμιού, δηλαδή του ορθόδοξου υπηκόου της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο οποίος δεν ήταν ούτε Σέρβος ούτε Βούλγαρος κ.λ.π. σε ελληνική στο τέλος της τουρκοκρατίας. Πρόκειται για την προσπάθεια αποκατάστασης της «επαφής» με την αρχαιότητα, η οποία είχε διακοπεί ήδη πολύ πριν από την Τουρκοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία! Ο αναδυόμενος ελληνικός εθνικισμός ήθελε ένα ισχυρό έρεισμα το οποίο δεν μπορούσε να του το δώσει το σχετικά πρόσφατο βυζαντινό παρελθόν. Αυτά τα λίγα, ώστε να εκτιμήσουμε επιτέλους κατά πόσο οι Έλληνες ένιωθαν ως Έλληνες επί Βυζαντινής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας! Και να εκτιμήσουμε κατά πόσο η ορθόδοξη εκκλησία μας κράτησε ζωντανή την παράδοσή μας, όχι την Βυζαντινή, αλλά την αρχαία ελληνική!
Βιβλιογραφία:
Το κείμενο βασίζεται σε εργασία του κ. Γ.Μ.Ζησιμόπουλου – για περισσότερα βλέπε ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Φεβρουάριος 2005, τεύχος 37 (σσ. 44-53)
(1)Ibrahim Menit Kunt: ΟΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001
(2)Jean-Paul Roux: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1998
(3)Mehmed Fuad Korpulu: ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001
(4)Saraiya Faroqhi: ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2000
(5)Κων. Παπαρρηγόπουλος: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, εκδ. Γαλαξίας -Ερμείας (14ο βιβλίο)
(6)Νεοκλής Σαρρής: ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΣΜΑΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΠΕΝΑΧ ΑΦΕΝΤΗ ΤΟΥ ΜΟΡΑΪΤΗ, 1785, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 1993.



Γεια χαρά,
Επίτρεψέ μου να συμβάλω στο θέμα που αναφέρεσαι. Και παίρνω αφορμή από την αποστροφή σου: «Μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία!»
Διαβάζοντας το κείμενό σου αισθάνθηκα να μου λείπει γιατί ένιωθαν διαφορετικοί οι Έλληνες μέσα στην Τουρκοκρατία. Θέλω να πω ότι χωρίς μια πνευματική αίσθηση ότι ανήκουν αλλού, πώς θα μπορούσαν να μορφοποιήσουν την αντίληψη ότι μετέχουν σε μια ξεχωριστή κοινότητα (μιλέτ) ανάμεσα σε άλλες ξεχωριστές κοινότητες; Σκεφτόμουν ακόμη πως πριν την ανακάλυψη της Ελλάδας τον 18 αιώνα το Βασίλειο της Νικαίας ονομάζεται «Ελλάς» και «ελληνίς επικράτεια».
Δεν είναι πολύ ενδιαφέρον ότι σε ένα κράτος, όπως στο Βυζαντινό, που έχει επίσημη γλώσσα τα λατινικά, έως τον 6ο αιώνα, είναι τόσο έντονη η παρουσία της ελληνικής στον πληθυσμό, ώστε υιοθετείται ως η νέα γλώσσα του κράτους;
Πιστεύω ότι φείλουμε να θυμόμαστε το ρήγμα που επήλθε στον ελληνισμό με τους Ρωμαίους και στη συνέχεια με την οικουμενικική ιδέα στο Βυζάντιο, ωστόσο, ήδη από τον 6ο αιώνα υπάρχει η διαφοροποίηση: εκτός από το Ρωμαίος που σημαίνει υπήκοος της βυζ. αυτοκρατορίας, η λέξη «Γραικός» σημαίνει την ελληνική εθνότητα του πληθυσμού (Προκόπιος, Θεόδωρος Στουδίτης, Ησύχιος, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος). Η γλώσσα που μιλούν ονομάζεται επίσης ελληνική. Το ελλαδικό τμήμα της Ελλάδος συνεχίζει να έχει την ίδια σημασία, όπως και περιοχές εποικισμού «Ελλήνων εισί αποικίαι». Φαίνεται ακόμη ότι η ελληνική ιδέα έμεινε ως ένας κρίκος σε λαϊκότερα στρώματα που επανέρχεται κυρίως από τον 11ο αιώνα στο προσκήνιο, κι αρχίζει να προβάλλεται και από διανοούμενους.
Για να έρθουμε κοντύτερα στην ανάπτυξη της ελληνικής ιδέας σε επίπεδο έθνους χρειαζόταν μια συνείδηση έντονης διαφοροποίησης σε επίπεδο πνευματικό (Δϋση) και μια ιδιαίτερη συσπείρωση μιας ομάδας που είχε να αντιμετωπίσει εχθρούς.
Όταν στη βυζαντινή παιδεία εντάσσεται η ελληνική κουλτούρα, τότε εη Άννα Κομνηνή υπερηφανεύεται για τις μελέτες της στον Πλάτωνα. Το να είσαι Έλληνας δεν σημαίνει ειδωλολάτρη (αποκλειστικά) αλλά και εκείνον που είναι μέτοχος μιας πνευματικής παράδοσης που έρχεται στην επιφάνεια μέσω της κυκλοφορίας των χειρογράφων. Ο Νικήτας Χωνιάτης φτάνει να χαρακτηρίσει Έλληνες τους βυζαντινούς κατοίκους! Την ίδια εποχή αρχίζει να ανθίζει το λαϊκό ιδίωμα (Πτωχοπρόδρομος, ακριτικά τραγούδια).
Οι περιπτώσεις λογίων προς το τέλος του Βυζαντίου που θεωρούν τη γενιά τους συνέχεια των Ελλήνων αυξάνουν: Νικόλαος Καβάσιλας, Θεόδωρος Μετοχίτης, Ιωάννης Αργυρόπουλος, Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός. Γλώσσα και πάτριος παιδεία ενώνει τους τελευταίους Βυζαντινούς σε μια κοινότητα διαφορετική από Τούρκους (αλλόθρησκους) και Δυτικούς (ετερόδοξους). Οφείλουμε να μελετήσουμε προσεκτικά τον Γέωργιο Γεμιστό, όχι μόνο για την αρχαιολατρεία του, αλλά και για την πολιτική του ιδεολογία που προοιωνίζει τα σύγχρονα κράτη.
Σίγουρα, οι εξισλαμισμοί εξασθένησαν το ελληνικό στοιχείο, αλλά από την άλλη ισχυροποίησαν τη διαφορά με το οθωμανικό. Αυτή η διαφορά είναι καθαρά σε επίπεδο λατρείας και πίστεως.
Η καταπληκτική οργάνωση και διοίκηση του οικουμενικού πατριαρχείου πλαισίωνε μια εθνότητα που έκφραζε έναν πολιτισμό με συγκεκριμένο πολυμορφικό γλωσσικό ιδίωμα οι οποίες μαζί με άλλες εθνότητες συναποτελούσαν το Γένος των ορθοδόξων.
Ο πατριάρχης αναγνωρίζεται ως αρχηγός εθνότητας και θρησκείας, και διαχειρίζεται θέματα δικαίου (οικογενειακό, κληρονομικό), άρα γίνεται σημείο αναφοράς των υποδούλων. Αναμφίβολα, η εκπαίδευση παρεχόταν αποκλειστικά από την εκκλησία, άρα προσφέρεται μια πλατφόρμα για να συντηρηθεί το αίσθημα της συνέχειας. Μέσα στη φτώχεια και την ταλαιπωρία, αλλά και μέσα σε μια μνήμη που μιλούσε για κάτι ενιαίο και ένδοξο. Και ελληνικό.
Ακόμη, είναι ανάγκη να θυμόμαστε τον ρόλο που έπαιξαν στη Δύση οι Έλληνες που ζούσαν εκεί και είχαν ένα αίσθημα αντιτουρκικό. Δυνάμεις που έχουν μια σκέψη που απομακρύνεται από μια «συμβιβασμένη» ηγετική τάξη εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ μαθαίνουν για την αρχαία Ελλάδα όταν ο κλασικισμός είναι η κυρίαρχη τάση στα δυτικά πανεπιστήμια.
Για να μη μακρηγορώ. Η ιδέα για ένα ελληνικό έθνος ωριμάζει παράλληλα με την πρόσληψη της αρχαιότητας, ιδίως, όταν εγκαταλείπεται η αντίληψη της οικουμενικότητας που κουβαλάει ο Βυζαντινός πολιτισμός. Αυτό συμβαίνει μετά τη Φραγκοκρατία. Στη συνέχεια η Εκκλησία ενοποιεί μια κοινότητα ως ετερότητα απέναντι σε ένα κράτος με πολύ συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα. Πολύ αργά, τέλη 18ου αιώνα οι διαφωτιστές θα αυτονομηθούν από την επίσημη εκκλησιαστική εξουσία και τη λογική της, για να περάσουμε στην τελική φάση της ωρίμανσης του σχηματισμένου έθνους με την απελευθέρωση.
Έχω τη γνώμη ότι η σχέση ελληνισμού και χριστανικής πνευματικότητας δεν ήταν πάντοτε σταθερή, αλλά άλλοτε χαρακτηριζόταν από συγκρούσεις και άλλοτε από ένα πνεύμα καταλλαγής. Το τελευταίο συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και φαίνεται με βάση τις πηγές αλλά και τη βιβλιογραφία ότι δεν συνέβη τον 18ο αιώνα.
Σε ευχαριστώ φίλε για τον σχολιασμό σου στην παρούσα εγγραφή αλλά θα ήθελα να σε ενημερώσω πως η άποψη «Μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία!» δεν είναι δική μου. Για πληροφορίες δες σχετική βιβλιογραφία.
Την απορία σου την έχω διατυπώσει ως εξής: Πως είναι δυνατό μία θρησκεία, πτυχή του ευρύτερου πολιτισμού, να διασώζει ή να καταστρέφει άλλες επί μέρους πτυχές του πολιτισμού; Μήπως λέγοντας πολιτισμό αναφερόμαστε μόνον στην τέχνη; Μήπως αναφερόμαστε μόνο στο πολίτευμα της Δημοκρατίας; Ή μήπως αναφερόμαστε συγκεκριμένα στη θρησκεία;
Θέλω να πω πως η θρησκεία αυτή καθ αυτή δεν είναι ο πολιτισμός, αλλά ένας δορυφόρος που γυρνά γύρω από τον πολιτισμό. Δεν πρέπει να ξεχνούμε εκ πρώτης την επιβολή της χριστιανικής θρησκείας όχι μονάχα στους έλληνες αλλά και στους υπολοίπους λαούς. Αυτό φυσικά δεν κατάφερε να καταστρέψει ολοκληρωτικά την προϋπάρχουσα θρησκεία, έχοντας ως αποτέλεσμα πολλά πατροπαράδοτα έθιμα να παραμείνουν και στην χριστιανική θρησκεία αλλάζοντας απλώς ο χαρακτήρας τους και η σημασία τους. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως θεοί όπως ο Δίας, ο Διόνυσος κ.α. δεν ήταν θεοί μόνο των ελλήνων αλλά ήταν θα λέγαμε μια θρησκεία οικουμενική.
Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο χριστιανισμός δεν περιοριζόταν απλά στα όρια μιας θρησκείας. Υπήρχαν σαφείς όρια τόσο για την κοινωνία, όσο γενικότερα για τον πολιτισμό που θα ήταν αρεστός και αποδεκτός από τον Θεό. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση όχι μονάχα με την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, ερχόταν σε αντίθεση με την φιλοσοφία, την παιδεία, τον αθλητισμό κ.λ. Έτσι έγιναν οι καταστροφές που έγιναν από τη θρησκεία με όργανο πάντα το κράτος. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η ελληνική γλώσσα μιλιότανε στην ευρύτερη περιοχή πολύ πριν έρθουν οι Ρωμαίοι. Οι ελληνικές βάσεις στην παιδεία υπήρχαν πολύ πριν έρθουν οι Ρωμαίοι. Το ίδιο και όσον αφορά την θρησκεία. Έτσι ο Παύλος, σύμφωνα και με το βιβλίο «η Πολιτισμική Προσφορά του Ελληνισμού», όταν επισκέπτεται την Ελλάδα ομιλεί Ελληνικά. Διακηρύττει στα ελληνικά και χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα ως «εργαλείο διάδοσης του χριστιανισμού». Η ίδια η Καινή Διαθήκη αποκαλεί Έλληνες όλους τους αλλόθρησκους και τους ειδωλολάτρες (Ελληνίδα από την Φοινίκη λέγει για παράδειγμα).
Ο χριστιανισμός όμως αρχίζει να φοράει ελληνικό ένδυμα. Αρχίζει και μεταλλάσσεται από μια ιουδαϊκή αίρεση σε μια θρησκεία που πλέον δέχεται και εθνικούς. Συναντά την ελληνική φιλοσοφία από την οποία υιοθετεί μερικά στοιχεία που την βγάζουν από την διέξοδο του Γιαχβέ, διατυπώνοντας την έννοια του Θεού ως Αγία Τριάδα. Και όταν μιλούμε για καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, πάντα απομένουν συντρίμμια, ερείπια τα οποία αναστηλώνονται. Αν και διαφορετικά, αναστηλώνονται πάνω στις ίδιες βάσεις. Αυτό σημαίνει πως οποιοσδήποτε κατακτητής κι αν έρθει η ταυτότητα πάντα μένει: «Ο παππούς μου ήταν Έλληνας, έχω ελληνικές ρίζες κ.τ.λ.».
Έτσι παρά το πέρασμα από το Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία, κάθε λαός κρατά την ετερονομία του, και ξαναανακαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα από τους χρόνους κιόλας της τουρκοκρατίας. Και δεν είναι τυχαίο ο χαρακτηρισμός «Ίωνες» των ελλήνων της Νότιας Ελλάδας. Βλέπουμε δηλαδή αιώνες αργότερα τα φύλα των ελλήνων κράτησαν στοιχεία που τους διαφοροποιούσαν με τους υπολοίπους έλληνες.
Είναι πολλά αυτά που μπορείς να διατυπώσεις επάνω στο θέμα. Μπορείς να συμβουλευτείς την βιβλιογραφία αν θέλεις για να δεις ότι όσα γράφω δεν είναι αποτέλεσμα δικής μου αποστροφής προς την θρησκεία…
Συγχώρεσέ με για το σφάλμα μου να σου αποδώσω μιαν άποψη που δεν σου ανήκει, αλλά μέσα στο κείμενο της ανάρτησης δεν υπάρχει σήμανση ότι είναι αντλημένο από κάπου αλλού. Καλό, λοιπόν, είναι, στο πλαίσιο του διαλόγου, αντί να δημιουργείται σύγχυση να χρησιμοποιούνται εισαγωγικά ή να αναφέρονται οι θέσεις των άλλων, με συγκεκριμένες αναφορές.
Αλήθεια, ποιος το έχει πει αυτό για τον όρο «Έλληνα»; είναι μεγάλη κουβέντα, για να μην πω αξιωματική θέση…
Λες μιαν αλήθεια: πολλές συνήθειες δεν ἐσβησαν, αλλά μεταμορφώθηκαν και εντάχτηκαν σε νέες πνευματικές παραδόσεις. Όπως συμφωνώ με όσα επισημαίνεις τα σχετικά με τη φιλοσοφία.
Άραγε, πώς ανακάλυψαν οι Βούλγαροι τη βουλγαρικότητά τους ή οι Σέρβοι τη σερβικότητά τους; Σε έχει απασχολήσει το θέμα;
Ανοίγεις ζητήματα, αλλά κάπου χάνω τον ειρμό… τί σχέση έχει για παράδειγμα η φράση σου «Και όταν μιλούμε για καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, πάντα απομένουν συντρίμμια, ερείπια τα οποία αναστηλώνονται.» με την προηγούμενη πρόταση;
Σχετικά με τη βιβλιογραφία. Εϊναι απέραντη. Οι δικές μου προτάσεις: Για να δεις πώς σκέπτεται ένας μαρξιστής πάνω στο θέμα μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο του Ν. Σβορώνου «Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού». Πόλις, 2004 (σε αυτό θα βρεις πολλές πηγές και παραδείγματα εκτός από αυτές που αναφέρω). Και ακόμη: Γιώργος Καραμπελιάς, «1204. Η διαμόρφωση του Νεώτερου Ελληνισμού». Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2006. Και τέλος το κλασικό: N. Iorga, «Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, Gutenberg», Αθήνα 1985.
Καταρχάς έχεις απόλυτο δίκιο μιας και έπρεπε να αναφέρω την λέξη ΠΗΓΗ πριν την αναφορά μου στα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Φεβρουάριος 2005, τεύχος 37 (σσ. 44-53). Μιας και η παρούσα εγγραφή ουσιαστικά αποτελεί μια μικρή περίληψη του άρθρου αυτού του περιοδικού.
Θα ήθελα να σημειώσω πως όσον αφορά τον όρο «Έλληνας», δεν πρέπει να τον συγχέουμε με τον όρο «Γραικός». Αυτό με τους Βούλγαρους και τους Σέρβους επισημαίνεται στο άρθρο, πολύ πρόχειρα βέβαια, αλλά με έχει απασχολήσει στο παρελθόν και το έχω ψάξει.
Όσο για την φράση μου που αναφέρθηκες, ο λόγος είναι ο εξής: Για πολλούς αυτό το κείμενο είναι «απόδειξη» της καταστροφής του ελληνικού πνεύματος από τους χριστιανούς. Και επειδή τη παρούσα εγγραφή την μετέφερα από το παλαιό μου μπλογκ, δες τα σχόλια εδώ:
http://nespa.pblogs.gr/2007/03/ragiades-kai-othwmanoi-h-alhtheia.html