Η παρακμή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και ο Χριστιανισμός
Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνορωμαϊκού κόσμου ήταν η «πόλις» η οποία ήταν μια ημιαυτόνομη μονάδα στο σύστημα της κρατικής διοίκησης. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Ελλάδας Περιήγησις Χ,4,1) μια πόλη χαρακτηρίζεται από δημόσια κτίρια, γυμνάσιο θέατρο, κρήνες, αγορά κ.λ. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, μετατράπηκαν σε μια ομοσπονδιακή οργάνωση πόλεων, οι οποίες σχημάτιζαν ένα σύνολο αστικών κοινοτήτων και είχαν ορισμένα χαρακτηριστικά που προέρχονταν από την μεταγενέστερη εποχή κατά την οποία οι έννοιες πόλη και κράτος ήταν ταυτόσημες. Η επιβίωση των αρχαίων πόλεων συντελέστηκε είτε μέσω της αλλαγής του ονόματος, είτε με αλλαγή της τοποθεσίας τους είτε τέλος με πολεοδομικές μεταμορφώσεις.
Από τον 6ο αιώνα, άρχισαν να υπολειτουργούν τα κοινωνικά κέντρα της Ύστερης Αρχαιότητας. Τα θέατρα, οι αθλητικές εγκαταστάσεις, η αγορά, τα βουλευτήρια, εγκαταλείφθηκαν επειδή είχε αλλάξει η κοινωνική ζωή των πόλεων. Η αγορά που ήταν το κέντρο των κοινωνικών εκδηλώσεων και της δημόσια ζωής έδωσε τη θέση της στις εκκλησίες. Η αγορά της πρώιμης βυζαντινής πόλης συνέχιζε να βρίσκεται στο ίδιο σημείο όμως δεν είχε καμία σχέση με την Αγορά της αρχαιότητας μιας και είχε απολέσει τον λειτουργικό της ρόλο. Η Βυζαντινή αγορά αφορούσε πλέον τον χώρο όπου αναπτύσσονταν οι εμπορικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστινιάνειο κώδικα (Διάταξη Ι,3,35) για να χαρακτηριστεί ένας αστικός οικισμός ως πόλη θα έπρεπε να είχε τον ίδιο επίσκοπο. Από τις εντολές που έδινε ο Ιουστινιανός στους επαρχιακούς του διοικητές για συντήρηση, βγαίνει το συμπέρασμα πως την θέση των δημόσιων κτισμάτων είχαν πάρει πλέον οι εκκλησίες.
Ο μαρασμός αυτός και η παρακμή των πόλεων δεν συνέβη όμως ομοιόμορφα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία ούτε είχε μια και μοναδική αιτία. Οι σλαβικές επιδρομές, οι σεισμοί και οι λοιμοί σε συνδυασμό και με την χριστιανική άποψη που θέλει τον άνθρωπο να αποδίδει τις φυσικές καταστροφές και τις αρρώστιες στην οργή του θεού και να παραιτείται, ήταν μερικοί λόγοι ακόμη που οδήγησαν σε αυτή τους την παρακμή.
Μια άλλη αιτία ήταν ο αντίκτυπος της χριστιανικής εκκλησίας. Όπως οι αριστοκράτες των κλασσικών πόλεων ευεργετούσαν τη συντήρηση των δημόσιων κτισμάτων έτσι και οι ευγενείς χριστιανοί ευεργετούσαν κατά κύριο λόγο την εκκλησία με την παροχή δωρεών. Οι εκκλησίες, οι εκκλησιαστικοί ξενώνες- άσυλα και τα μοναστήρια νέμονταν τον πλούτο που κάποτε σπαταλιόταν για τα μεγάλα δημόσια μνημεία των κλασσικών πόλεων, ενώ τα μοναστήρια απαλλοτρίωναν τεράστιες εκτάσεις γης.
Η αρχή της παρακμής των δημόσιων ιδρυμάτων των κλασσικών πόλεων, συνδέεται με το κλείσιμο της πλατωνικής Ακαδημίας και άλλων φιλοσοφικών σχολών στην Αθήνα από τον Ιουστινιανό (529). Η ανώτατη εκπαίδευση, το βασικό στοιχείο της ζωής των αρχαίων πόλεων, καταδιώχθηκε από το χριστιανικό κράτος, καθώς τον 6ο μ.Χ. αιώνα η ιδεολογία της Εκκλησίας και του κράτους είχαν ενωθεί άρρηκτα. Τα δημόσια ιδρύματα στα οποία επιτέθηκε η Εκκλησία ήταν το θέατρο, τα λουτρά και η Αγορά, με όλη την πολιτική, κοινωνική, οικονομική της δραστηριότητα. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι συνδέονταν με την παγανιστική θρησκεία, και ότι δεν άρμοζαν στην ηθική και την ιδεολογία της Εκκλησίας.
Όσον αφορά το Θέατρο οι Πατέρες της εκκλησίας επιτέθηκαν περισσότερο από κάθε άλλο ίδρυμα με την κατηγορία πως ήταν «ανήθικο», με ποιο γνωστό τον ψόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου ο οποίος απαγόρευσε την είσοδο στην εκκλησία σε όσους παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις. Η χριστιανική αριστοκρατία δεν είχε πλέον κανένα λόγο να συντηρεί τα θέατρα μέχρι που ήρθε και η οριστική τους διακοπή από τον Ιουστίνο Α (518-527) ο οποίος κατήργησε τα θέατρα και εξόρισε τους ηθοποιούς. Έτσι τα «θεατρικά» θεάματα άλλαξαν ριζικά και η άποψη πως το θέατρο επέζησε μέχρι και τον Ύστερο Μεσαίωνα δεν είναι πλέον αποδεκτή.
Παρόμοια και τα Λουτρά, που φιλοξενούσαν τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις της ζωής στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, εξαιτίας το μένος της Εκκλησίας, μετατράπηκαν σε χώρους καθαρά θεραπευτικούς. Αφορμή ήταν το κυρίαρχο ασκητικό ιδεώδες του χριστιανισμού, σύμφωνα με το οποίο, ο άνθρωπος θα έπρεπε να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο πνευματικής ζωής, παραμελώντας τις ανάγκες του σώματος.
Το κείμενο αποτελεί περίληψη από την εργασία του Σπύρου Π. Παναγόπουλου (Υποψ. Διδάκτωρ Βυζαντινής Φιλολογίας και Τέχνης του Πανεπ. Πατρών)
Βλέπε περισσότερα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΜΑΤΑ τεύχος 68, Δεκέμβριος 2007, σ.σ. 26-39
Μπορείτε να αγοράσετε το περιοδικό ή ολόκληρο το άρθρο από εδώ



Φίλε nespa
Θα ήθελα να προσθέσω οτι κατά την άποψή μου στην παρακμή του ελληνικού πολιτισμού συντέλεσε, εκτός από το χριστιανισμό, και η Ρωμαϊκή κατοχή. Κατά την περίοδο αυτή παρήκμασαν σημαντικά η φιλοσοφία και οι επιστήμες, ενώ το βάρος δόθηκε στον στρατιωτικό τομέα και τις υλικές απολαύσεις των κυβερνώντων…
Μα όταν μιλάμε για παρακμή από τον χριστιανισμό στην ουσία μιλάμε για την εδραίωση της χριστιανικής θρησκείας ως επίσημης από του Βυζαντινούς. Και όταν λέμε Βυζάντιο μιλάμε για την συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Οράτιος είχε γράψει: «Η ηττημένη Ελλάς νίκησε την νικήτρια Ρώμη και μεταλαμπάδευσε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο».
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ξεκίνησε σεβόμενη σε γενικά πλαίσια την ελληνική θρησκεία και πολιτισμό, τα οποία ως επί το πλείστον τα οικειοποιήθηκε. Οι χριστιανοί όμως διαφωνούσαν. Βλέπε επί παραδείγματι τις επιστολές του Παύλου. Από την στιγμή λοιπόν που ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία, λογικό ήταν πως δεν μπορούσε να υπάρξει αυτή η συνύπαρξη χριστιανών-εθνικών. Στην πραγματικότητα δηλαδή ποτέ δεν υπήρξε. Κι αυτό διότι η ζωή ενός χριστιανού γύριζε γύρω από τον Θεό και την θρησκεία του. Ενώ η εθνική θρησκεία αρχικώς της Ρώμης είχε πολιτική χροιά. Για αυτό σήμερα υπάρχουν δύο ομάδες όπου η μια στέκει στο κυνηγητό των χριστιανών τους πρώτους αιώνες και η δεύτερη στο κυνηγητό των εθνικών από τους χριστιανούς από τον 4ο αιώνα και μετά. Κανείς δεν θέλει να δει την πηγή αυτής της διχόνοιας. Και η πηγή βρίσκεται στην έννοια της θρησκείας στον αρχαίο κόσμο και στην έννοια όπως την θέτει ο Απ. Παύλος.
Και για μένα σημαντικότερη αιτία της παρακμής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αποτέλεσε η λυστρική επιδρομή του χριστιανισμού.
Η γνώση είναι ο χειρότερος εχθρός της θρησκείας γιατί ανοίγει τα μάτια του κόσμου. Όταν λοιπόν ο υποψήφιος πελάτης της εκκλησίας έχει την ευκαιρία να μορφωθεί, το παγκάρι θα χάσει βάρος.
Δεν είναι τυχαία η φράση του “πίστευε και ΜΗ ερεύνα” ή η φράση “μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”.
Αναφορικά με την παρακμή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού σχετικά και μεμονωμένα αυτού που αποκαλούμε σήμερα «ακμή» και «αθηναϊκή δημοκρατία» με όλους εκείνους τους θεσμούς που την αποτελούσαν, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την περίοδο από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την Μακεδονική Κατάκτηση μέχρι και τους χρόνους όπου επιβλήθηκε ο χριστιανισμός, ο οποίος ως γνωστόν πάτησε στην ιδεαλιστική φιλοσοφία μεταμορφώνοντας τον πολιτισμό μας σε κάτι τελείως διαφορετικό.
Η γνώση είναι όντως εχθρός της κάθε θρησκείας και αν το δούμε και λιγάκι ριζοσπαστικά η γνώση είναι αντίθετη της πίστης γενικότερα. Πολύ σωστά, οι πρώτοι χριστιανοί, ας μην ξεχνούμε, ήταν οι απλοί και αμόρφωτοι ή απλά ημιμαθείς υπήκοοι, μιας αυτοκρατορίας η οποία διέθετε στις τάξεις της από πολύ φτωχούς μέχρι πολύ πλούσιους. Αυτή η διαφορετικότητα και η μη ίση μεταχείριση είχε ως αποτέλεσμα ο κόσμος να βρει ανακούφιση κάτω από την ομπρέλα του χριστιανισμού και της καθησύχασης της συνειδήσεώς τους, μεταθέτοντας την ελπίδα τους στο υπερβατικό και στο Θεό.
Υ.Γ. το όνομά σου κάτι μου θυμίζει. Πρέπει να γνωριστήκαμε προχθές ε;