Σκέψεις (δ) – Ο Κομπάρσος
Η κάθε ημέρα που ζεις, όπως την ζεις εσύ προσωπικά, είναι ένα χαλίκι ενός ψηφιδωτού που απεικονίζει την καθημερινότητα του πολιτισμού σου. Είσαι κομπάρσος σε ένα έργο ιστορίας. Ένας ανώνυμος πιθανόν ο οποίος όμως έχει φωνή και βούληση. Επάνω σε μια σκηνή καλείσαι να παίξεις τον ρόλο σου. Σε ένα κοινό που δεν το βλέπεις, διότι είναι αόρατο. Είναι το μέλλον. Οι απόγονοί σου. Εσύ παίζεις τον καλύτερό σου εαυτό. Το ξέρουν. Κι αυτό το κάνει αληθινό. Διότι το έργο αυτό έχει τίτλο Ζωή. Που για κείνους θα λέγεται Ιστορία. Αυτό είσαι, αυτό είμαι, αυτό είμαστε. Κι αν ακόμη έχουμε διαφορετικούς ρόλους σε αυτό μας το έργο, πρέπει να χαιρόμαστε, διότι είμαστε μαζί, παίζουμε στο ίδιο έργο, χαιρόμαστε και λυπούμαστε το ίδιο κάθε μέρα. Γεννηθήκαμε και θα πεθάνουμε επάνω στην ίδια σκηνή, στο ίδιο πλατό. Έτσι ώστε να κάνουμε αληθινό το έργο στο οποίο παίζουμε.
Σκέψεις (γ) – Η τύφλωση…
Αν ρωτήσεις ποια η διαφορά του κόκκινου από το κεραμιδί σε έναν εκ γενετή τυφλό, το πιο πιθανόν είναι να μην μπορέσει να σου εξηγήσει ο ίδιος, διότι ποτέ του δεν ήταν σε θέση να διακρίνει την διαφορά μεταξύ αυτών των δύο χρωμάτων. Η προσπάθειά του να ερμηνεύσει αυτήν τους την διαφορά έγκειται στην γνώση των άλλων που πήρε και πείσθηκε για αυτήν. Επομένως, αν είσαι κι εσύ τυφλός που τον ακούς, αυτή η τύφλωση σε προσελκύει ως κάτι κοινό να τον πιστέψεις και να υιοθετήσεις τις απόψεις του. Αυτή ακριβώς είναι και η πίστη ενός πιστού στον Θεό.
Σκέψεις (β) – Η ανάμνηση
Η χαρά της ανάμνησης είναι η ανάμνηση μιας χαράς. Αυτός δεν είναι λόγος να ζούμε όμως χαρούμενα. Η χαρά είναι διαχρονική και στο χέρι μας είναι να κάνουμε το παρόν τόσο χαρούμενο όσο να μην χρειαστεί να αφεθούμε στην ενθύμηση μιας ανάμνησης. Τότε μόνον θα μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι ζήσαμε ευτυχισμένα.
Δαρβίνος …ή απλά Δημιουργία;
Με αφορμή το πρόσφατο άρθρο που επαναδημοσίευσα και στο χώρο μου με θέμα «Η αποβολή του Δαρβίνου» από τα ελληνικά σχολεία, θα προσπαθήσω στην παρούσα εγγραφή να αναφέρω μερικά γενικά στοιχεία που αφορούν την εξέλιξη της ίδιας της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών. Η περιθωριοποίηση της θεωρίας της εξέλιξης δεν προβληματίζει μόνον τους έλληνες. Η θεωρία αυτή δεν «απαγορεύτηκε» μόνο στα ελληνικά σχολεία αλλά και σε άλλα κράτη κατά καιρούς, όπως στον Καναδά και στις Η.Π.Α. Φυσικά τα μεμονωμένα αυτά περιστατικά δεν μπορούν να συσχετιστούν με το παράδειγμα της Ελλάδας, αλλά σε κάθε περίπτωση από αυτές, αξίζει να δούμε γιατί υπάρχουν τόσο ένθερμοι υποστηριχτές και συνάμα τόσο πολέμιοι εχθροί.
Εκ πρώτης όπως γίνεται αντιληπτό, η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, αφήνει στο περιθώριο την θεωρία της Δημιουργίας που διατυπώνουν οι θρησκείες, όπως επί παραδείγματι είναι καταγεγραμμένη στο Βιβλίο της Γενέσεως για τους Χριστιανούς, προσπαθώντας να διατυπώσει και να εξηγήσει την ανάπτυξη της ζωής στον πλανήτη δίχως την θεϊκή παρέμβαση.
Αυτό και μόνο το στοιχείο επαρκεί ώστε να κατανοήσουμε γιατί η θεωρία που διατύπωσε ο Δαρβίνος αποτελεί κίνδυνο για την υπόσταση όχι μονάχα της θρησκείας, αλλά γενικότερα της υπόστασης του ίδιου του Θεού.
Βέβαια στις ημέρες μας είναι αδύνατο να περιθωριοποιηθεί η θεωρία της εξέλιξης, διότι υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ αυτής. Και επειδή υπάρχουν και στοιχεία που συνηγορούν πως η Δημιουργία από τον Θεό και γενικότερα το βιβλίο της Γενέσεως πηγάζει στους αιγυπτιακούς μύθους και τις παραδόσεις άλλων λαών, ξέσπασε ένας πόλεμος μεταξύ επιστημόνων-βιολόγων και χριστιανών, όπου η μία πλευρά αναιρεί τις απόψεις της άλλης.
Παρόλα αυτά, παρά αυτήν τη διαμάχη, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ παραδέχθηκε δημοσίως ότι η θεωρία της εξέλιξης είναι κάτι παραπάνω από μια απλή υπόθεση. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο μύθος της Γενέσεως είχε απορριφθεί πολύ πριν και είχε προταθεί μια αλληγορική εξήγηση από τον Άγιο Αυγουστίνο (354-430) και τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη (1225-1275).
Για τους επιστήμονες φυσικά δεν αμφισβητείται η εξελικτική πορεία ούτε η φυσική επιλογή όσον αφορά την φυσιολογία και την μορφολογία των οργανισμών. Ωστόσο στο ερευνητικό πεδίο υπάρχουν κάποιες διαμάχες που αφορούν επί μέρους εξελικτικούς μηχανισμούς [1].
Φυσικά τα βασιζόμενα στην ανάλυση, με χρήση μαθηματικών μοντέλων, δεδομένα που στηρίζονται στις βασικές βιολογικές γνώσεις μας, εμπλουτίζονται με γοργούς ρυθμούς. Η κατάρριψη πλέον της θεωρίας του Δαρβίνου, όπως έχει διαμορφωθεί πλέον στις ημέρες μας, φαντάζει αδύνατη στο μέλλον, αλλά παρόλα αυτά η συμπλήρωση αυτής θα φέρει νέο φως στην κατανόηση τόσο στο πως αναπτύχθηκαν, όσο και στο πως εξελίχθησαν οι διάφορες μορφές ζωής στον πλανήτη. Η αδυναμία μιας πλήρους εξήγησης για το πώς εξελίχθηκαν οι οργανισμοί στη Γη δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως αδυναμία υποστήριξης της ίδιας της θεωρίας, δεδομένου πως η απόλυτη γνώση απουσιάζει από όλες ανεξαιρέτως τις επιστήμες.
Αν και η θεωρία του Δαρβίνου αποδυναμώθηκε πολλές φορές στο παρελθόν, η επανερμηνεία της θεωρίας αυτής με τα νέα στοιχεία που ανακαλύπτονταν (όπως συνέβη με τον Μόργκαν το 1932) οδήγησαν σε μια σύγχρονη συνθετική θεωρία (Ντομπζάνσκι 1937) που διακρίνεται σε δύο σημεία: α) η πηγή ποικιλότητας είναι η μετάλλαξη και η εξελικτική αλλαγή είναι το αποτέλεσμα της τροποποίησης των γονιδιακών συχνοτήτων σε έναν πληθυσμό και β) η κατεύθυνση της εξελικτικής αλλαγής καθορίζεται από τη δράση της φυσικής επιλογής πάνω στη γενετική ποικιλότητα (στις μεταλλάξεις) με την επιβίωση του καταλληλότερου, σε δοσμένο περιβάλλον, φορέα της ποικιλότητας [2].
Πέραν όμως της θεωρίας της Εξέλιξης, επανερμηνία δέχεται και η αφήγηση της Αγίας Γραφής. Από τις αρχές του 19ου αιώνα η μελέτη των διαφόρων ιστοριών της Γενέσεως αποκάλυψαν στους επιστήμονες πως προέκυψε η βιβλική αφήγηση της Βίβλου. Η οποία όχι απλά δεν είναι θεόπνευστη όπως πιστεύονταν αλλά προέκυψε υπό την επιρροή ως επί το πλείστον από Αιγυπτιακούς Μύθους και Παραδόσεις. Και αν αυτή η προσέγγιση για πολλούς είναι απλά μια υπόθεση, σήμερα είναι αποδεκτή από τους περισσοτέρους θεολόγους και ακούει στο όνομα «Τεκμηριωμένη Υπόθεση» [3].
Σε γενικές γραμμές είναι αδύνατη η όποια αμφισβήτηση της θεωρίας της Εξέλιξης έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα εν αντιθέσει με τον μύθο της Δημιουργίας από τον Θεό. Μήπως αυτό το γεγονός αποτελεί απόδειξη της ανυπαρξίας του Θεού; Η συνείδηση τους καθενός μας είναι ελεύθερη να αποφασίσει ποιο δρόμο θα ακολουθήσει: της θρησκείας ή της επιστήμης;
[1] Αφορούν το κατά πόσον επιλέγονται ή είναι επιλογικά ουδέτεροι οι περισσότεροι μοριακοί γενετικοί πολυμορφισμοί καθώς και αν οι αλληλεπιδράσεις γονιδίων για τους οποίους δεν έχουμε πλήρεις απαντήσεις και είναι βέβαιον ότι μπορεί να επηρεάζουν την εξελικτική συμπεριφορά ενός υπό μελέτη γενετικού τόπου.
[2] ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΒΗΜΑ: Γιατί ο Δαρβίνος είχε δίκαιο; – Στ. Αλαχιώτη (πηγή δες εδώ)
[3] Βίβλος – Μύθος και Πραγματικότητα (δες εδώ για αναλυτικότερες πληροφορίες , και εδώ)
Λίγο πριν την «Ανατολή» …έρχεται η «Δύση»
Ας υποθέσουμε πως ζούμε γύρω στο 1000π.Χ. Η επιστήμη βρίσκεται σε αρχέγονο στάδιο, η τεχνολογία δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη και εμείς ζούμε στην ξύλινη, ενισχυμένη με πυλό, καλύβα μας. Παρατηρούμε τον ήλιο καθώς δύει πίσω από τα βουνά και βλέπουμε την θάλασσα να χρυσίζει. Η μυθολογία με τους ανθρωπόμορφους θεούς της μας έχει διδάξει πάρα πολλά: Για τις εποχές, τη βροχή, τον ήλιο και ότι μπορούμε και βλέπουμε τριγύρω μας. Ότι μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Όμως έχουμε μια ανάγκη: Είμαστε άνθρωποι και είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε και εμείς μέρος αυτού του κόσμου. Αν και γνωρίζουμε πως ότι αφορά την γεωργία της Γης εξαρτάτε από την θεά Δήμητρα, θέλουμε και εμείς να δώσουμε το στίγμα μας ως άνθρωποι. Να πούμε πως δεν είμαστε απλοί παρατηρητές, αλλά ζωντανοί και ενεργοί άνθρωποι, που συμβάλουμε στα του κόσμου. Έτσι λαβαίνουμε μέρος στις θρησκευτικές τελετές που αναπαριστούν τους μύθους και μας δίνουν την δυνατότητα να ενεργήσουμε και εμείς με θυσίες, χορούς και γιορτές.
Οι μύθοι είναι η μόνη αλήθεια που εμείς γνωρίζουμε, κατανοώντας με αυτόν τον τρόπο την φύση, τον κόσμο και την θέση μας ανάμεσα στα βουνά και στα δέντρα, στα ζώα και τους ανθρώπους, ανάμεσα στον ήλιο και την γη. Έτσι, καθώς τα πόδια μιας πατούν γερά στην γη, τα μάτια μας υψώνονται ψηλά στον ουρανό, όπου ζουν οι θεοί μας οι οποίοι κινούν τα νήματα της γνώσης και της σοφίας.
Αν ξάφνου βλέπαμε ένα αεροπλάνο στον ουρανό, θα μας εντυπωσίαζε και θα προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε τι είναι, πως πετάει και ποιος είναι ο σκοπός του. Επειδή θα ήταν άγνωστο για εμάς: δεν υπήρχε μύθος που να μας δίδει εξηγήσεις. Ενώ για τα δέντρα, τα βουνά, τους ανθρώπους και τα ζώα, την γη, τον ουρανό και τα άστρα ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε. Γνωρίζαμε την εξήγηση που μας έδιναν οι μύθοι και οι θεοί μας. Έτσι καθώς κοιτούσαμε τον ήλιο να χάνεται αργά και σταθερά πίσω από τα βουνά, μια σκιά απλώθηκε ολόγυρα γύρω από την καλύβα μας. Και εμείς αργά σαν τον ήλιο, σηκωθήκαμε και μπήκαμε μέσα. Πέσαμε να κοιμηθούμε στο ξύλινο αχυρένιο κρεβάτι μας.
Εκείνο το βράδυ πέρασαν με μιας 400 ολόκληρα χρόνια από πάνω μας, λες και είχαμε πέσει σε έναν ύπνο διαρκείας. Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε και όπως συνηθίζαμε, βγήκαμε έξω από την καλύβα μας να δούμε την ανατολή. Όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα, παρότι ήταν τόσο γνώριμα τα φαινόμενα που βλέπαμε. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Όμως καθώς οι ηλιαχτίδες φώτιζαν όλο και περισσότερο την φύση γύρω μας, μια σκιά διακρίναμε από μακριά. Ήταν ο Θεός Απόλλωνας, ο οποίος μας έκανε την τιμή να μας επισκεφτεί. Ο Θεός κάθισε στην αυλή μας και δίχως να βγάλει μιλιά, μας άφησε να τον δούμε προσεκτικά. Το πρόσωπό του. Τα φρύδια του. Τα πόδια τους με τα όμορφα σανδάλια. Το λευκό φόρεμά του. Ήταν κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί πρωτίστως. Και μας εντυπωσίασε σαν να βλέπαμε αεροπλάνο.
Έμοιαζε τόσο πολύ με άνθρωπος ο Θεός που μας έβαλε σε σκέψη: Μήπως δεν είναι ο Απόλλωνας, σκεφτήκαμε. Μήπως η φαντασία μας του έδωσε το όνομα αυτό και τον τίτλο Θεός; Δίχως να μας πει κάτι ο επισκέπτης, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος όπου χάθηκε ακριβώς όπως και εμφανίστηκε. Από εκείνη την μέρα και έπειτα η σοφία διαχωρίστηκε από τον μύθο. Η θρησκεία έμεινε πιστή στον μύθο αλλά οι ερωτήσεις μας και οι απορίες ξανά διατυπώθηκαν από την αρχή. Εκείνη την ημέρα ο ήλιος ανέτειλε για πρώτη φορά, όχι ως θεός, μα σαν άστρο του ουρανού. Τότε ο χρόνος άρχισε σιγά σιγά να κυλά. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η φιλοσοφία…
Γιατί είναι αυτονόητο να Πιστεύουμε;
Τι είναι αυτό που μας κρατά δέσμιους στην παράδοσή μας; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να κρίνουμε την θρησκεία μας; Και γιατί αυτή μας η στάση έρχεται σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική δημιουργία, της Δημοκρατίας, της αυτοθέσμισης κοινοτήτων;
Η ιδέα της δικαιοσύνης, η ιδέα της ισότητας, της ελευθερίας του λόγου κ.α. σήμερα θεωρούνται αν μη τι άλλο αυτονόητες.
Όμως αν κοιτάξουμε στην παράδοσή μας, έννοιες σαν κι αυτές ήταν παντελώς άγνωστες επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επί Βυζαντίου και Ρωμαϊκής Κυριαρχίας. Κι αν κοιτάξουμε τους θεσμούς υπό το πρίσμα της θρησκείας, θα αναγνωρίσουμε, ακόμη και σήμερα ως πηγή του λόγου, των θεσμών και της κοινωνίας, τα όρια του ορθού και του εσφαλμένου, αποκλειστικά στην εξωκοινωνική πηγή θέσμισης, που είναι ο Θεός.
Επομένως πως μπορούμε σήμερα να επικαλούμαστε την παράδοσή μας και συνάμα να μιλάμε για δημοκρατία, για δικαιοσύνη, ελευθερία του λόγου; Πως μπορούμε αλήθεια να είμαστε δέσμιοι στην θρησκευτική μας παράδοση, η οποία μας μετέφερε διαφορετικές αντιλήψεις; Αντιλήψεις που μας απαγορεύουν εν τέλει να κρίνουμε τι είναι σωστό και τι λάθος: Γιατί πολύ απλά δεν μπορούμε να έχουμε εμείς κρίση, παρά μόνο η ίδια η παράδοσή μας, τα ιερά κείμενα της θρησκείας μας και μόνο!
Πως είναι λοιπόν δυνατό να είμαστε υποστηριχτές μιας δημοκρατίας, μιας ελεύθερης κοινωνίας που τα όρια θέτουν οι ίδιοι οι πολίτες, και συνάμα μιας παράδοσης που αποφασίζει η εκκλησία για το ποιες θα είναι οι ελευθερίες, ποια τα δικαιώματα και ποίοι οι θεσμοί;
Αυτός ίσως ο καθορισμός των ορίων της κοινότητας είναι αυτό που απουσιάζει από την αρχαία ελληνική θρησκεία. Είναι αυτός ο καθορισμός που μας μπερδεύει σήμερα, μας κάνει αναποφάσιστους, διότι από την μία θεωρούμε ως ορθό την παράδοση του Ευαγγελίου, και από την άλλη μιλάμε για Δημοκρατία, που αποφασίζει ο ίδιος ο πολίτης για το ορθό. Από την μία έχουμε ανάγκη κάποιον ιεράρχη που θα μας καθοδηγεί, και από την άλλη μιλάμε για αυτονομία του ατόμου.
Που πρέπει λοιπόν να κοιτάξουμε; Ποια πρέπει να είναι η πηγή μας; Η πηγή της ίδιας της Αναγέννησης, η Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, εκείνη που έθεσε τις βάσεις της δικαιοσύνης, της αυτονομίας, της ισότητας, ή η θρησκευτική μας παράδοσης, όπου είναι ρητά διατυπωμένες, η δικαιοσύνη, οι ελευθερίες του ατόμου και τα κοινωνικοπολιτικά όρια του καθενός μας;
Χριστιανισμός και Φιλοσοφία. Είναι η Ορθοδοξία Αληθινή;
«Να προσέχετε: Ίσως υπάρξει κάποιος που θα σας αρπάξει ως λεία του μέσω της φιλοσοφίας και της κενής απάτης σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων, σύμφωνα με τα στοιχειώδη πράγματα του κόσμου και όχι σύμφωνα με τον Χριστό»
Απ. Παύλος -Προς Κολοσσαείς Επιστολή 2:8
Αυτή η δήλωση του Απ. Παύλου σίγουρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα κείμενα αυτού του μπλογκ. Φυσικά, παραθέτοντας αυτό το χωρίο δεν θέλω να υποστηρίξω την άποψη του Απ. Παύλου. Παρόλα αυτά όμως, το παραπάνω χωρίο έρχεται σε αντίθεση όχι μονάχα με τους φιλοσόφους και τους άθεους, αλλά πρωτίστως με την ίδια την ιστορία της εκκλησίας.
Φυσικά, αυτή η δήλωση του Απ. Παύλου αποτέλεσε ουσιαστικά την βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο μετέπειτα φασιστικός και ανορθόδοξος ιερός πόλεμος των χριστιανών έναντι των εθνικών, έναντι της Ελλάδας και του πολιτισμού αυτής. Όμως, πριν ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος, υπήρξε μια ιστορική αλληλοεπίδραση. Μια αλληλοεπίδραση που για τον Απ. Παύλο ήταν αδιανόητη!
Ο λόγος, για τον εξελληνισμό του χριστιανισμού. Σας παραθέτω λοιπόν μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο ιστορίας που είχα στην Α Λυκείου, οι οποίες εξυμνούν ως κατορθώματα αυτά που η Αγία Γραφή καταδικάζει! Το βιβλίο έχει τον τίτλο «Η Πολιτισμική Προσφορά του Ελληνισμού -; Από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση» εκδόσεις ΟΕΔΒ.
«Ελληνικό Πνεύμα και Χριστιανισμός αλληλοεπηρεάζονται, ύστερα από αψιμαχίες. Μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα η μεγάλη σύνθεση Ελληνισμού – Χριστιανισμού είχε συντελεστεί» -σελ.207
«Οι απολογητές και οι Πατέρες της εκκλησίας επηρεάστηκαν περισσότερο από την Στωική φιλοσοφία και τον Νεοπλατωνισμό.» -σελ.210
«Ο Ιουστίνος εκπροσωπεί ένα νέο τύπο χριστιανού, όπου η πλατωνική φιλοσοφία αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι σκέψεις του απολογητή. Επιπρόσθετα ο απολογητής Θεόφιλος θέτει τις βάσεις της τριαδικής θεολογίας στηριζόμενος κυρίως στην μελέτη των ελλήνων ιστορικών» -σελ.211,212
«Ο Ιγνάτιος με ελληνική επιχειρηματολογία και εικόνες εισάγει μια νέα διάσταση στα πράγματα και στην ζωή των Χριστιανών». -σελ.214
«Οι πρώτες καλλιτεχνικές απόπειρες ήταν διακοσμημένες με στοιχεία από τον ειδωλολατρικό ελληνικό ιδεώδες» -σελ.219
«Οι τέσσερις πατέρες της εκκλησίας του 4ου αιώνα (ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Μέγας Βασίλειος, ο επίσκοπος της Νύσσης Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος), συνεισφέρουν στην χριστιανική σκέψη τη φιλοσοφική θεώρηση και την ελληνική καλλιέπεια, κατακτήσεις που είχαν πραγματοποιήσει με την σπουδή τους στους κόσμους της αρχαίας φιλοσοφίας, ιδιαίτερα της πλατωνικής και της ρητορικής» -σελ.240
Φυσικά υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά παραδείγματα στο βιβλίο αυτό αλλά μου είναι λιγάκι δύσκολο να σας τα παραθέσω όλα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο χριστιανισμός μεταλλάχτηκε προσαρμόζοντας την ελληνική φιλοσοφία στην θρησκεία. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η Αγία Γραφή δεν χρησιμοποιείται στην εκκλησία αλλά ούτε και από τους χριστιανούς. Διότι η εκκλησία σήμερα στηρίζεται στα πατερικά βιβλία της, κι αν γίνεται κάποια υποτυπώδη αναφορά σε εδάφια της Βίβλου, είναι για να κρατά τα προσχήματα! Αυτός δε είναι και ο λόγος της εμφάνισης τόσων εκατομμυρίων αιρέσεων στο ρου της ιστορίας.
Και όπως θα καταλάβατε άλλο επίδραση από το ελληνικό πνεύμα και άλλο το ελληνικό πνεύμα αυτό καθ’ αυτό. Διότι η χριστιανική Ελλάδα δεν αποτελεί την πολιτισμική συνέχιση του ελληνισμού. Όπως ακριβώς και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αν και υιοθέτησε πολλά στοιχεία από τους έλληνες, δεν αποτέλεσε την συνέχιση του πολιτισμού της πρώτης. Και αν πιστεύεται πως η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ελληνική εξαιτίας της γλώσσας (η οποία παρεμπιπτόντως ήταν διαφορετική από την κλασσική αρχαία ελληνική γραφή και δεν την γνώριζε ο πολύς λαός) το βιβλίο μας δίδει την απάντηση: «η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε το μέσο επικοινωνίας και εργαλείο της προσπάθειας για την διάδοση του λόγου του Χριστού σε οικουμενικά πλαίσια». Δηλαδή αν ο χριστιανισμός γεννιότανε στις ημέρες μας, θα χρησιμοποιούσε την αγγλική γλώσσα. Αυτά τα ολίγα επί του θέματος.
Κι έτσι για κλείσιμο διάλεξα ένα μικρό απόσπασμα του μυθιστορήματος «μ.Χ.», του συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη (εκδόσεις Εξάντας):
«Ο χριστιανισμός δεν συνεχίζει την αρχαιότητα, απλά την ακολουθεί όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα. Η θεολογία αναιρεί τη φιλοσοφία. Η πρώτη απαντά σε όλα, ενώ η δεύτερη ξέρει κυρίως να ρωτά».
Νομίζω αυτά τα λόγια εξηγούν τα πάντα…
Γιατί δεν υπάρχει Θεός Σημασιολογικά;
«Αν υπάρχει Θεός δεν υπάρχω, κι αν υπάρχω δεν υπάρχει Θεός»*. Η έννοια αυτής μου της φράσης έγκειται στην ίδια την σημασία της λέξης «υπάρχω». Το ότι υπάρχω εγώ προσωπικά σημαίνει ότι υφίσταμαι ως ζωντανός οργανισμός. Αυτή η λέξη ως έννοια φτιάχτηκε από ανθρώπους και αφορά τον κόσμο που τους περιβάλλει -και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Θεό. Αφενός μεν διότι ακόμη κι αν δεχθούμε την πιθανότητα ο Θεός να δημιούργησε τον υλικό κόσμο, αυτός παραμένει εκτός ύλης, εκτός νοητού και εκτός χρόνου και αφετέρου διότι οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό του, χρησιμοποιώντας ανθρώπινη ορολογία, περνά στα όρια της ειδωλολατρίας. Αν λοιπόν η έννοια της λέξης «υπάρχω» χρησιμοποιείτε από μέρους μας ώστε να υποδηλώσει την ίδια μας την ύπαρξη, θα είναι παράλογο και άτυπο να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα και για τον Θεό. Κι αυτό διότι Θεός και Άνθρωπος ως έννοιες, βάσει της θεολογίας, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες για τους λόγους που ήδη έχω προαναφέρει. Επομένως, δεν υπάρχει Θεός ούτε με την σημασιολογική έννοια της εν λόγω δήλωσης.
(*Αυτή η εγγραφή γράφτηκε με αφορμή ένα email που έλαβα προχθές όσον αφορά την εν λόγω δήλωσή μου, η οποία πιθανόν δεν έγινε κατανοητή από κάποιους αναγνώστες μου)
Αρχαία Ελληνική Θρησκεία – Ήταν Θρησκεία;
Δεν ήταν λίγες οι φορές που με προβλημάτισε η σκέψη ότι όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι ακολουθούν κάποιο θρησκευτικό δόγμα, αδιαφορώντας για την επιστήμη, την έρευνα και γενικότερα την σκέψη, το προνόμιο που μόνον ο άνθρωπος μπόρεσε να εκμεταλλευτεί επαρκώς. Από την άλλη πλευρά δεν ήταν λίγες οι φορές που έπεσα επάνω σε συζητήσεις και ειδησεογραφικά ρεπορτάζ που αφορούσαν την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, που σήμερα φαντάζει εκτός από πεπαλαιωμένη, μα και τελείως κωμική!
Σίγουρα δεν γνωρίζω ακόμη επαρκώς το όλο θέμα της θρησκείας, όπως και τα επιμέρους θέματα που αφορούν τόσο το χριστιανισμό όσο και το δωδεκαθεϊσμό -δωδεκαθεϊσμό όχι με την σύγχρονή του μορφή, αλλά με αυτή τη μορφή που μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε μέσα από την μελέτη της ιστορίας μας.
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που αναρωτήθηκαν, όσον αφορά την αρχαία ελληνική θρησκεία, το πως ένας λαός ο οποίος γέννησε την φιλοσοφία, την γεωμετρία και την τραγωδία, έμεινε δέσμιος μιας πολυθεϊστικής θρησκείας, η οποία εν τέλει δεν ταίριαζε με το επίπεδο διανόησης που είχαν καταφέρει οι αρχαίοι έλληνες. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε βέβαια, σε τέτοιου είδους προβληματισμούς, είναι η έννοια γενικότερα της θρησκείας, που ενίοτε σημασιολογικά παίρνει και την έννοια της πίστης, μιας πίστης σε ένα θεό, πίστης στο υπερφυσικό, το ιερό, αυτό που ο άνθρωπος για να μπορέσει να κατανοήσει θα πρέπει να το προσεγγίσει μόνο δια του προσωπικού του «θέλω».
Έτσι, πολλοί κριτικοί της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, την κρίνουν από την θέση της σημερινής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χριστιανικής και γενικότερα μονοθεϊστικής, η οποία είναι εξοικειωμένη με ιδέες όπως η γέννηση από μία παρθένο, η ανάσταση των νεκρών και η ζωή μετά τον θάνατο. Ιδέες που διόλου δεν ταιριάζουν με το επίπεδο της σύγχρονης διανόησης, επιστήμης και τεχνολογίας.
Αυτή σίγουρα η προσέγγιση, της κριτικής μιας αρχαίας θρησκείας με τα μέτρα και τα σταθμά του σύγχρονου χριστιανισμού, δεν μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική κριτική στο όλο ζήτημα, παρά μόνον ίσως μια υποτυπώδη αντιπαράθεση, που και πάλι θα αντικατοπτρίζει καθαρά τις θέσεις αυτού που την παραθέτει, αυτού δηλαδή του οποίου υπερισχύει η άποψη.
Ο μόνος τρόπος για να κάνουμε μια ουσιαστική συζήτηση επάνω στο θέμα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, είναι να κρίνουμε την θρησκεία αυτή με τα μέτρα και τα σταθμά της τότε εποχής. Δηλαδή: Πως έβλεπαν οι αρχαίοι έλληνες -κατά προσέγγιση πάντοτε- την θρησκεία τους; Τι ρόλο έπαιζε η θρησκεία στην αρχαία κοινωνία; κ.τ.λ.
Ο Αριστοτέλης, συγγραφέας και φιλόσοφος των ύστερων χρόνων, παρατηρεί πως: «αν ένας εκ των φίλων απομακρυνθεί από τον άλλο για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως ο θεός από τον άνθρωπο, δεν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία μεταξύ τους». Αυτή η τόσο απλά διατυπωμένη παρατήρηση του Αριστοτέλη έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι απλά με τον χριστιανισμό, ή τον ιουδαϊσμό για παράδειγμα, αλλά γενικότερα με την ευρύτερη έννοια του όρου θρησκεία (όπως τουλάχιστον ερμηνεύεται στις ημέρες μας). Κι αυτό γιατί ο κάθε χριστιανός, όπως κι ο κάθε μουσουλμάνος και γενικότερα ο κάθε σύγχρονος μονοθεϊστής πιστός της εκάστοτε θρησκείας, θέλει και νιώθει φίλος με τον θεό στον οποίο πιστεύει. Όμως, στην πραγματικότητα, ενώ ο πιστός αγαπά ειλικρινά και αυθόρμητα τον Θεό, ακόμη και αν πέσει επανειλημμένα σε αμαρτήματα που ο ίδιος γνωρίζει πως δεν τα επιθυμεί ο θεός του, συνεχίζει να τον αγαπά με τον ίδιο ζήλο, εν αντιθέσει με τον θεό, ο οποίος αγαπά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες είναι ρητά διατυπωμένες στον θεόπνευστο λόγο του -την Βίβλο.
Έτσι λοιπόν, ένα από τα βασικά στοιχεία που προϋποθέτει μια θρησκεία ως θρησκεία, με την έννοια που της αποδίδουμε στις ημέρες μας, η φιλία του ανθρώπου με τον θεό, όχι μονάχα δεν συναντάτε στην αρχαία Ελλάδα αλλά θεωρείται και παράλογη για τον πιστό του παρελθόντος στο δωδεκάθεο.
Ένα άλλο στοιχείο που αφορά τον θεό ή τους θεούς γενικότερα των αρχαίων ελλήνων είναι αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ των θεών και του ανθρώπου, αυτή η άπειρη απόσταση που τους διαχωρίζει στην μονοθεϊστική πίστη, η οποία δεν συναντάται αλλά και δεν νοείται να υπάρξει στους αρχαίους Έλληνες. Αν και οι θεοί στην αρχαία Ελλάδα είναι σαφώς ανώτεροι από τους θνητούς ανθρώπους, δεν ανήκουν σε κάποιον αντι-κόσμο εννοιολογικά, έξω από το νοητό σύμπαν και πέραν της ύλης που μπορούμε να αντιληφθούμε, εκτός χρόνου και τόπου όπως νοείται ο θεός με την ερμηνεία της σύγχρονης και καθαρά μονοθεϊστικής άποψης. Επομένως, ούτε αυτό το βασικό σημείο που προϋποθέτει μια θρησκεία ως θρησκεία εννοιολογικά, δεν υπάρχει στην αρχαία Ελλάδα.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που είπαν πως η αρχαία ελληνική θρησκεία, δεν ήταν θρησκεία. Και αν η κριτική αυτή γίνει από την σύγχρονη ματιά, που η ερμηνεία της λέξης έχει πάρει μια χριστιανική-μονοθεϊστική χροιά, τότε σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «θρησκεία του δωδεκαθεϊσμού». Θεωρώ πως μία θρησκεία θα ήταν ωφέλιμη αν όπως ο αρχαίος δωδεκαθεισμός, δεν επέβαλε στους πιστούς να την ασπάζονται με την έννοια του «ο θεός σε έφτιαξε ελεύθερο να αποφασίσεις αν θα τον ακολουθήσεις, αλλά αν δεν τον ακολουθήσεις σημαίνει ότι δεν είσαι καλός, δεν αγαπάς, δεν, δεν, δεν …;» που πάντα καταλήγει στην γνωστή φράση «θα καταστραφείς από τον θεό», δηλαδή ακριβώς το άλλο άκρο της αγάπης, το άλλο άκρο της λογικής.
Ένας θεός, που είναι το άλλο άκρο της κριτικής και της σκέψης -ως σκέψη καθ’ αυτή, χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης και διαλόγησης, που εν τέλει δεν συνάγουν με την ελευθερία που της αποδίδει η θεολογία της εκάστοτε μονοθεϊστικής θρησκείας.
Θεωρώ πως είναι εύκολο να κρίνεις την θρησκεία όσο αποτελείς μέρος αυτής. Διότι από την θέση αυτή τίποτε δεν διακρίνεται ως παράλογο και όλα φαίνονται λογικά. Διότι όλα στηρίζονται στον θεμέλιο λίθο που αποκαλείται «πίστη». Πίστη στο θεό, πίστη στο υπερφυσικό, πίστη στο θείον, πίστη εν τέλει σε αυτό που θέλω να πιστέψω. Όμως, υπάρχει μια λεπτομέρεια: Δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτή η προσέγγιση ως κριτική, ούτε ως ερμηνεία, παρά μόνον ως ένας τρόπος διαπίστευσης, ένας εσωτερικός μηχανισμός ο οποίος θα καθησυχάσει την συνείδηση του πιστού με αυτό που πραγματικά περιμένει και συνάμα θέλει να ακούσει.
Αυτή είναι κατά την γνώμη μου και η τελευταία διαφορά του δωδεκαθεϊσμού με την σύγχρονη έννοια της θρησκείας, ερμηνευμένη με την μονοθεϊστική αντίληψη. Είναι η διαφορά εκείνη που απάλλαξε τους αρχαίους έλληνες από τον φόβο των θεών. Διότι δεν τους επετράπη να πιστέψουν πως ήταν ο περιούσιος λαός των θεών, που αγαπούσαν οι θεοί αποκαλύπτοντάς τους την μοναδική αλήθεια! Είναι η διαφορά της συνειδητοποίησης του θανάτου, του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχω, που το ερμηνεύω ως αποδοχή της αλήθειας -ως την πλέον μοναδική ερμηνεία για τον κόσμο, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Διότι αυτές οι αντιλήψεις, όσο και αν ακούγονται ίσως πεπερασμένες, αποτελούν κατά την γνώμη μου την ψυχική πηγή των αρχαίων προγόνων μας για δημιουργία, για φιλοσοφία, για έρευνα επάνω στην επιστήμη και την τεχνολογία (μια τεχνολογία που δεν γνωρίζουμε, παρά ελάχιστα).
Είναι κατά την γνώμη μου η διαφορά που έγκειται μεταξύ αρχαίων και σύγχρονων πολιτισμών: η παραμέληση της μέγιστης σημαντικότητας, για εμένα της φύσης ως Φύσης, αφού ο ίδιος ο θεός διαβεβαιώνει στις μονοθεϊστικές θρησκείες πως ο άνθρωπος είναι το «αφεντικό» της φύσης, εν αντιθέσει με την πατροπαράδοτη θρησκεία των προγόνων μας που θεοποιούσε την φύση, τελώντας γιορτές, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τον σεβασμό του προς κάτι ανώτερο, που στην πραγματικότητα δεν του άνηκε, διότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από τον άνθρωπο!
Όλες αυτές οι σκέψεις, λοιπόν, με κάνουν και αναρωτιέμαι: Μπορεί τελικά να θεωρηθεί θρησκεία τα πιστεύω και οι θεοί των προγόνων μας; Και αν ακόμη θεωρηθεί πως υπάρχει κάποια πτυχή της έννοιας της θρησκείας που εμπίπτει με την αρχαιοελληνική θρησκεία, μπορεί κανείς να παρομοιάσει τον πατροπαράδοτο δωδεκαθεϊσμό με αυτήν την σύγχρονη σέκτα που ξεπρόβαλε, λες και μέσα από τον τάφο της παράδοσης, και που θέλησε να εξομοιωθεί με τον ιστορικό δωδεκαθεϊσμό; Πιθανόν, αυτό το ερώτημα να αποτελέσει το θέμα μιας άλλης, μελλοντικής μου εγγραφής.
(Σε αυτό το άρθρο διατυπώνω προσωπικές μου απόψεις και σκέψεις
και σε καμία περίπτωση δεν θέλω να θίξω τα πιστεύω άλλων ανθρώπων).
Το άγνωστο «Aγιον» Όρος!
Οι αρχαίοι Έλληνες αποίκησαν την χερσόνησο του Αγίου Όρους πολύ πριν εγκατασταθούν εκεί οι καλόγεροι, η οποία κατά τους αρχαίους χρόνους ονομάζονταν Ακτή. Ξέρουμε πως υπήρχαν πέντε πόλεις στην Ακτή: το Δίον, η Ολόφυξος, οι Ακροθώοι (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Μονή Μεγίστης Λαύρας), οι Κλεωνές και η Θυσσός. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση των οικισμών αυτών. Εικάζεται πως οι πρώτες τρεις βρισκόντουσαν στην ανατολική πλευρά και οι άλλες δύο στην δυτική.
Ο Ηρόδοτος χαρακτηρίζει τη θάλασσα του Aθω «θηριωδεστάτη», μιας και το 492π.Χ. εκεί καταποντίστηκε ολόκληρος ο περσικός στόλος που είχε βάλει πλώρη για την Αθήνα υπό τον στρατηγό Μαρδόνιο. Χάθηκαν είκοσι χιλιάδες άνδρες και τριακόσια πλοία. Την εποχή των περσικών πολέμων η χερσόνησος αριθμούσε περί τις δέκα χιλιάδες κατοίκους. Πρέπει να έκαναν πολύ υγιεινή ζωή, μιας και σύμφωνα με τον Λουκιανό, ζούσαν εκατόν τριάντα χρόνια! Πολλοί από αυτούς ήταν Πελασγοί και Ετρούσκοι. Αν και ήξεραν ελληνικά, μιλούσαν κι άλλες γλώσσες, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη. Οι πλυθησμοί που ζούσαν στην Ακτή τιμούσαν τους ίδιους θεούς με την λοιπή Ελλάδα. Στο υψηλότερο σημείο του Aθω ορθώνονταν ένα άγαλμα του Δία, του οποίου η σκιά όταν έγερνε ο ήλιος λέγεται ότι άγγιζε τη Λήμνο. Οι πρώτοι κάτοικοι του Aθω λάτρευαν επίσης τη Δήμητρα, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα και τον Ασκληπιό.
Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι χάνουν τον έλεγχο της Χαλκιδικής, η οποία εντάσσεται στο βασίλειο της Μακεδονίας. Αργότερα, κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής, επιδεινώνεται συνεχώς η παρακμή της Χαλκιδικής: πέραν του ζυγού των Ρωμαίων δέχεται μαζικές εισβολές Σλάβων και Βουλγάρων. Οι επιπλέον ταλαιπωρίες από τους πειρατές εξηγούν γιατί εγκαταλείπεται σταδιακά ο πληθυσμός της χερσονήσου. Έτσι, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. δεν κατοικεί πλέον κανείς στις πόλεις της Ακτής. Υπάρχουν μόνον αγάλματα…
Σύμφωνα με την παράδοση, η Θεοτόκος επισκέφθηκε το Όρος, όταν, πλέοντες για την Κύπρο μαζί με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, αναγκάστηκαν εξαιτίας μιας μεγάλης τρικυμίας, να προσορμιστούν στη θέση όπου αργότερα ιδρύθηκε η Μονή των Ιβήρων. Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν άλλοι οικισμοί παρά μόνον ο ναός του Απόλλωνος. Aλλες φήμες θέλουν την μονή των Ιβήρων να κατέλαβε τη θέση ενός ιερού του Ποσειδώνα. Κανείς δεν γνωρίζει την πραγματική αλήθεια.
Η Παναγία, σύμφωνα με την παράδοση, ενθουσιάστηκε με το τοπίο του Aθω και ζήτησε από τον Γεσουάχ να της δωρίσει τη χερσόνησο. Τότε η παράδοση αναφέρει ότι ακούστηκε η φωνή του Χριστού, που αφιέρωνε αιώνια τον Aθω στην Παναγία: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σος και περιβόλαιον σον και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι».
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι παραδόσεις των μοναχών που θέλουν την Παναγία στην χερσόνησο του Aθω πηγάζουν στα απόκρυφα ευαγγέλια. Τα κείμενα εκείνα που επίσημα η Ορθοδοξία έχει αποκηρύξει ως ψεύτικα, αλλά αποτελούν συνάμα και την έγκυρη πηγή μιας ιστορικής παράδοσης 1200 χρόνων. Μιας παράδοσης, η οποία θέλει τη μισή πλάση του Θεού, που δεν κάνει διακρίσεις φύλου, καταγωγής, επαγγέλματος κ.λ., να αποκλείει εξ ολοκλήρου και δια παντός τις γυναίκες.
Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο στην Καθημερινή, το οποίο ανέφερε πως στο άνω τμήμα της κύριας όψης της τράπεζας της Μονής Μεγίστης Λαύρας στο Αγιο Όρος, βρίσκεται εντοιχισμένη μία μαρμάρινη αναθηματική ανάγλυφη πλάκα, στην οποία απεικονίζεται ένα τεράστιο αυτί εντός πλαισίου, πάνω από το οποίο υπάρχει εγχάρακτη η επιγραφή: «ΑΡΤΕΜΙΔΙ ΑΓΡΟΤΕΡΑ / ΝΕΒΡΙΣ ΕΠΙΤΑΓΗΝ / ΑΝΕΘΗΚΕΝ». Από τους χαρακτήρες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πλάκα ανήκει στην κλασική ελληνική περίοδο και χρονολογείται στον 4ο με 5ο αιώνα π.Χ. Ο Πολωνός ιστορικός τέχνης και ελληνιστής Ραφαήλ Λεβαντόφσκι, υποστηρίζει ότι η ενσωμάτωση της αναθηματικής πλάκας στο κέντρο του εικονογραφικού προγράμματος του Ευαγγελισμού δεν εξυπηρετεί μόνο διακοσμητικούς λόγους, αλλά σχετίζεται με την ερμηνεία του Ευαγγελισμού όπως παραδίδεται στις Απόκρυφες Γραφές, καθώς και με την αγιορείτικη παράδοση, σύμφωνα με την οποία οι αρχαιοελληνικές θεότητες παρέδωσαν στην Παναγία τον τόπο που έμελλε να γίνει το Περιβόλι Της.
Ο χριστιανισμός επεβλήθη δια της βίας από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία διασχίστηκε στη δυτική και στην ανατολική (Βυζάντιο). Οι Βυζαντινοί αυτοί κατακτητές δεν άφησαν κανένα ίχνος των πέντε αρχαίων αποικιών της χερσονήσου. Καμία ανασκαφή, καμία πληροφορία, κανένα αρχαιολογικό εύρημα. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την προ χριστιανική παράδοση του Αθω. Κι αυτό γιατί πολύ απλά ο χώρος τους ανήκει. Ανήκει στους μοναχούς, ανήκει στην εκκλησία, ανήκει στην παράδοση. Μια παράδοση που μπόρεσε να κρατηθεί ζωντανή χάρις στην συνεργασία των μοναχών με τους εκάστοτε κατακτητές. Μεταξύ άλλων των Τούρκων, του Χίτλερ, της Χούντας κ.λ.
Πηγές:
1) Βασίλης Αλεξάκης: μ.Χ.
2) http://athos.edo.gr/modules.php?name=athos&file=anaxorites
3) http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_25/03/2006_178337


