nespa-theories

η γνώση της άγνοιας είναι η αρχή της σοφίας

Black Μπεεε – Η ταινία που πρέπει να δείτε!!!

Ποσειδωνιάται
Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ’ τον ελληνισμό.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Υπόθεση:

Με πρωταγωνιστές τον Αίγισθος από την Cuma της Ιταλίας και το Στάθη από την Κύμη Ευβοίας, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός με αφορμή το ποίημα του Καβάφη ταξιδεύει στην Νότια Ιταλία αναζητώντας τις ελληνικές ρίζες της.

Η Ποσειδωνία αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας. Το 79μ.Χ. όμως εξαιτίας του ηφαιστείου του Βεζούβιου, θάβεται ολόκληρη η πόλη κάτω από στάχτες και λάβα. Μετά από 1700 περίπου χρόνια οι Ιταλοί ξεθάβουν την αρχαία πόλη του Ερκολάνο. Μαζί ανακαλύπτεται και η περίφημη «Βίλα των Παπύρων». Εκτός από τα αγάλματα, εκεί βρέθηκαν και 2000 πάπυροι αρχαίων ελληνικών κειμένων, που στην πλειοψηφία τους αφορούν κείμενα Επικούρειας Φιλοσοφίας. Η ανακάλυψη αυτών των παπύρων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του αρχαίου κόσμου. Σήμερα φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Νεαπόλεως, όπου και εξετάζονται από αρχαιολόγους, παπυρολόγους και φιλόλογους που έχουν σταλεί από ολόκληρο τον κόσμο για να τους μελετήσουν, φυσικά εκτός της Ελλάδας! Και το χειρότερο είναι, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ότι στην Ελλάδα το γεγονός αυτό το αγνοούν σχεδόν οι πάντες.

Ο λόγος οφείλεται στις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες που κουβαλούν οι Έλληνες δύο χιλιετίες τώρα, προσπαθώντας κάποιοι να μας πείσουν ότι είναι μία. Όμως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία και την φιλοσοφία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα το ελεύθερο πνεύμα να είναι φυλακισμένο στα θρησκευτικά δόγματα. Χρόνια τώρα εκπρόσωποι των θρησκευμάτων μαζί με τον «δεξιό» και «αριστερό» ψάλτη έκοψαν και εξαφάνισαν ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας μας. Διότι δεν πρέπει εμείς οι σημερινοί έλληνες να μάθουμε για τα εγκλήματα που έγιναν κάποτε και εννοείται πως δεν πρέπει να μάθουμε για τους προγόνους μας. Έτσι αν και η επίσκεψη στην Ακρόπολη μπορεί να αποτελεί για τον νεοέλληνα, λόγο για να λιαστεί, να φωτογραφηθεί, να προσευχηθεί, να ζωγραφίσει κ.λ., μια φορά τον χρόνο όμως, όλοι μαζεύονται στου Φιλοπάππου και στην Ακρόπολη για να γιορτάσουν την Καθαρή Δευτέρα. Έχουν την συνήθεια, όπως οι Πωσειδωνιάτες να αναβιώνουν τα παλιά τους έθιμα και να θυμούνται πως κάποτε ήταν Έλληνες.

Με αυτό το μικρό απόσπασμα, η ταινία του Θ. Μαραγκού αποτελεί ένα ιστορικά τεκμηριωμένο ντοκιμαντέρ, όχι μονάχα για τον πολιτισμό που χάσαμε, όχι μονάχα για τις επιθέσεις και τα εμπόδια που θέτει η εκκλησία εδώ και 2000 χρόνια, αλλά κυρίως την ελληνική παιδεία των Ιταλών. Ο σκηνοθέτης μένει έκπληκτος από την παραδοσιακή μουσική που παραμένει ίδια 2000 και πλέον χρόνια με την μουσική των αρχαίων τοιχογραφιών, μένει έκπληκτος από την ελληνική παιδεία των Ιταλών, από το γεγονός ότι μαθαίνουν ελληνικά και φυσικά από τα πολλά ελληνικά ονόματα που χρησιμοποιούν. Ένα ταξίδι τόσο στην ελληνική εκπαίδευση των ιταλών μαθητών όσο κυρίως στους τρόπους και στις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για να μπορέσουν να διαβαστούν οι πάπυροι του Ερκολάνο, αποτελεί το κυρίως θέμα της ταινίας-ντοκιμαντέρ με τον ευρηματικό τίτλο «Black Μπεεε». Η ανάγνωσή τους φυσικά αποκάλυψε πως οι πάπυροι δεν ήταν τελικά θρησκευτικά κείμενα όπως πίστευαν αρχικώς οι Αμερικάνοι, αλλά κείμενα στην πλειοψηφία τους που αφορούσαν την επικούρεια φιλοσοφία.

Η Επικούρεια φιλοσοφία η οποία δημιουργεί και πονοκέφαλο στην εκκλησία μας, μιας και από πολλούς σήμερα θεωρείται ως η βάση της Αθεΐας, αμφισβητεί το Θεό ενισχύοντας παράλληλα την αγάπη για τη ζωή και τις απολαύσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που πιθανόν να μην ακούσαμε τίποτα για αυτήν την σπουδαία ανακάλυψη που έγινε πριν από 250 και πλέον χρόνια. Φυσικά όταν οι Ιταλοί έμαθαν πως το κινηματογραφικό συνεργείο ήταν ελληνικό, εκπλαγήκανε!

Σε γενικές γραμμές είναι ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ που δικαίως απέσπασε το δεύτερο κρατικό βραβείο τεκμηρίωσης στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2005. Είναι μια ταινία-ντοκιμαντέρ που θα δημιουργήσει ένα συναίσθημα μελαγχολίας στον σύγχρονο έλληνα, λησμονώντας αυτό που είχε και αυτό που έχασε.

Περισσότερες πληροφορίες: Μπορείται να αγοράσεται την ταινία από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο «Βερέττας» www.verettas.gr

Δείτε επίσης:

http://tgiorgos.blogspot.com/2008/06/black.html

http://www.filmfestival.gr/2005/index.php?page=filmdetails&ln=gr&box=greekl&id=72

http://cinema.ert.gr/cinema_movies_details.asp?ID=222316

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ταινίες | , , , , , , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο – Κορνήλιος Καστοριάδης

ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΑΣ

Κορνήλιος Καστοριάδης
διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994
δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.

Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.

Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.

Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’; αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.

Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.

Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.

Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.
Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.

Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’; αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.

Η περίπτωση της δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’; αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’; αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικέννα και τον Αβερρόη.

Για τους δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινο-κάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες γέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου. Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.

Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Ζούμε την κάθε στιγμή!

Μια ενδιαφέρουσα και άκρως φιλοσοφική βραδιά με καλεσμένο το συγγραφέα και ερευνητή Μάριο Βερέττα, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Παρασκευής 14 Μαρτίου στο καφέ «Το Κύμα», στην παραλία της Καλαμάτας, που διοργάνωσαν από κοινού η Βιβλιοθήκη των Φίλων και ο Πολιτιστικός Αντίλογος. Σκοπός της εκδήλωσης αυτής ήταν μέσα από έναν γόνιμο και ειλικρινή διάλογο το κοινό να πλησιάσει και να εμβαθύνει στην επικούρεια φιλοσοφία. Παράλληλα, ο συγγραφέας είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει ένα νέο πρωτότυπο περιοδικό με θέματα που αφορούν τόσο τον Επίκουρο όσο και την φιλοσοφία αυτού.

Ο Επίκουρος είναι αυτός του οποίου η φιλοσοφία σαν έρευνα και σαν τρόπος ζωής άφησε ανεξίτηλα σημάδια για περίπου εννέα αιώνες (3ος π.Χ. 6ος μ.Χ.) και στα έργα όλων των φιλοσόφων αναφέρεται με υπέρμετρο θαυμασμό, όπως ανέφερε κατά τον σύντομο προλογισμό του ο Δημήτριος Χελιδώνης. Η φιλοσοφία του Επίκουρου κέντρισε ακόμη και το ενδιαφέρον του Μαρξ, ο οποίος τον επέλεξε στην ανάπτυξη της πρώτης του επιστημονικής εργασίας. Όπως τόνισε ο κ. Χελιδώνης, «στην περίφημη επικούρεια φιλοσοφική σχολή, τον Κήπο, κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν οι έχοντες παιδεία και θέληση για ζωή και όχι οι έχοντες κοινωνική θέση η βαλάντιο».

Από την πλευρά του ο συγγραφέας αναφερόμενος στην επικούρεια φιλοσοφική σχολή, είπε πως ήταν χώρος όπου «μαζεύονταν οι φίλοι για να φιλοσοφούν και προπάντων για να περνάνε ωραία», διότι όπως τόνισε η αρχή της επικούρειας φιλοσοφίας είναι «να ζούμε την κάθε στιγμή», εξηγώντας πως «τη στιγμή δεν την ζούμε ούτε εχθές αλλά ούτε και αύριο, την ζούμε τώρα». Διότι, η αρχή της επικούρειας φιλοσοφίας είναι να περνάμε καλά, να μην πονάμε και να μην είμαστε ταραγμένοι. Στάση ζωής που αποτελεί και τον ορισμό της «επικούρειας ηδονής».

Στον επίκουρο αξίζει να σημειωθεί πως οι γυναίκες είναι ευπρόσδεκτες και μάλιστα από οποιαδήποτε προέλευση, ακόμη και ετέρες, έχοντας πολλές φιλοσόφους γυναίκες των οποίων δυστυχώς δεν σώθηκαν τα έργα τους. Ο Επίκουρος είναι ο πρώτος που καταργεί την δουλεία και είναι υπέρ της ισότητας των γυναικών.

Αναφερόμενος στο νέο περιοδικό που εκδίδει ο ίδιος, επισήμανε πως είναι ανοιχτό σε κάθε άνθρωπο που υιοθετεί τις απόψεις του Επίκουρου καθώς και στον οποιοδήποτε θέλει να καταθέσει την συνεργασία του, μιας και είναι ένα περιοδικό διαλόγου, με απώτερο σκοπό την συζήτηση επάνω σε σχετικά θέματα.

Όσον αφορά τις καταστροφικές πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού, ο κ. Βερέττας ανέφερε πως «δεν μπορεί η φιλοσοφία να μείνει αμέτοχη», λέγοντας χαρακτηριστικά πως, «δεν μπορεί οποιοσδήποτε ασχολείται με τη φιλοσοφία να μην μετέχει στον προβληματισμό και την αγανάκτηση για αυτά τα οικολογικά εγκλήματα που συντελούνται στην εποχή μας».

“Όσο ζούμε δεν υπάρχει θάνατος,
και όταν επέλθει ο θάνατος δεν ζούμε”.

Σύμφωνα με τον κ. Βερέττα, τα τέσσερα πράγματα που αναφέρει ο Επίκουρος ώστε ο άνθρωπος να έχεις μία ευτυχισμένη ζωή είναι: να μην φοβάται τον θάνατο, να μην φοβάται τους θεούς, να αντέχει εύκολα τον πόνο και τέλος η γνώση πως η πραγματική αξία για την ζωή αποκτιέται πολύ εύκολα. Όπως τόνισε, το σημαντικότερο αγαθό για την επικούρεια φιλοσοφία δεν είναι η σωτηρία αλλά η φιλία, η χαρά δηλαδή του να συναντάς πρόσωπα που αγαπάς.

Αναφερόμενος στην φυσική του Επίκουρου, ο κ. Βερέττας είπε πως «ο Επίκουρος μας δίδαξε τι είναι η φύση, και όταν ξέρουμε τι είναι η φύση ξέρουμε τι είμαστε και εμείς», στοιχείο που όχι μόνο μας απαλλάσσει από τον φόβο αλλά μας επιτρέπει να ζούμε και σε αρμονία με την φύση.

Είπε χαρακτηριστικά: «Δεν είμαστε απόγονοι κάποιου μυθικού Αδάμ, Αβραάμ, Ισαάκ, αλλά γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είμαστε σμήνη ατόμων, γνωρίζοντας ότι τα άτομα είναι κενό, πυρήνας και ηλεκτρόνια. [...] Ο Επίκουρος δεν συνέλαβε την έννοια των ατόμων, μιας και την είχε συλλάβει ήδη ο Δημόκριτος. Όμως στην εποχή του Επίκουρου είχε παραμεριστεί ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος όχι μόνο την επανέφερε αλλά την ανέπτυξε ακόμη περισσότερο, μιλώντας ακόμη και για την περιδίνηση (spin, περιπάλαξις στην αρχαία ελληνική που σημαίνει παλμική κίνηση) των ατόμων».

Τέλος, ο κ. Βερέττας αναφέρθηκε τόσο στους πολύτιμους παπύρους που βρέθηκαν στην αρχαία Ηράκλεια της Ιταλίας και αφορούν στην πλειοψηφία τους κείμενα του Επίκουρου όσο και στον φιλόσοφο και ποιητή Φιλόδημο (110 π.Χ.-35 π.Χ.), ο οποίος δίδαξε επικούρεια φιλοσοφία στη Ρώμη.

Ακολούθησε συζήτηση με ερωτήσεις από το κοινό που αφορούσαν μεταξύ άλλων την έννοια της φιλοσοφίας με την επικούρεια οπτική, την ερμηνεία της γνωστής φράσης του Επίκουρου «λάθε βιώσας», την ελληνική παιδεία, την εξαφάνιση του αρχαίο-ελληνικού πνεύματος μετά την ρωμαίο-βυζαντινή κατάκτηση και την τουρκοκρατία κ.α. Η συζήτηση διήρκεσε συνολικά δυόμισι ώρες και ο κ. Βερέττας υποσχέθηκε πως σύντομα θα ξαναεπισκεφτεί την πόλη της Καλαμάτας για μια ποιο εις βάθος συζήτηση γύρω από τον Επίκουρο και την φιλοσοφία του.

Ρεπορτάζ: nespa-theories
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Κήπος του Επίκουρου τεύχος 4″)

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Η διαφορετικότητα της ελληνικής από τη χριστιανική σκέψη.

Ζούμε σε έναν μεταφορικό «παράδεισο», όπου η γνώση αποτελεί τον «απαγορευμένο καρπό», αυτόν που θα μας χαρίσει την οξυδέρκεια να κρίνουμε τι είναι «καλό και τι κακό» και αυτόν που θα μας καταδικάσει ως παραβάτες στην ίδιας μας την παράδοση. Αυτή είναι η πρώτη προσωπική σκέψη που μπορώ να αρθρώσω διαβάζοντας το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη. Του βιβλίου, με τον ευρηματικό και πλήρως εναρμονισμένο ιστορικά τίτλο «Η Ελληνική ιδιαιτερότητα». Μια ιδιαιτερότητα που όπως σημειώνει ο ίδιος, «δεν είναι το μέτρο και η αρμονία, ούτε η εμφάνιση της αλήθειας ως “αποκάλυψης”, αλλά «το ζήτημα του μη-νοήματος και του μη-όντος».

Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, η δημιουργία της «πόλις» ως συλλογική μορφή ζωής, καθώς και όσα την συνοδεύουν, η δημοκρατία και η πολιτική, δεν πραγματοποιήθηκαν ούτε ξαφνικά αλλά ούτε και ειρηνικά. Διότι η δημοκρατία έρχεται σε ρήξη με την ίδια τη δημιουργία της πόλης, «όπου οι άνθρωποι γίνονται δημιουργοί των νόμων που τους διέπουν, επομένως και υπεύθυνοι για όσα συμβαίνουν στη πόλη». Από την στιγμή αυτή, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η θέση της κοινότητας δεν υφίσταται πλέον εξω-κοινωνική, θεία, υπερβατική πηγή δικαίου, που να λέει τι είναι καλό και τι είναι κακό, καθορίζοντας τι είναι δίκαιο και τι άδικο.

Όπως σημειώνει ο φιλόσοφος, «δεν υπάρχει στην Ελλάδα Θεός που μίλησε στον Μωυσή», θέτοντας με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα του αυτοπεριορισμού της κοινότητας, που οδηγεί σε μια «συνεχής αναζήτηση ορίων και εγγυήσεων που θα μπορούσαν να σταθούν στο ύψος οποιαδήποτε περίστασης, σώζοντας την κοινότητα από τον ίδιο της τον εαυτό». Πρόκειται για τη θέση, σύμφωνα με την οποία, η πρωταρχική φαντασιακή σύλληψη του κόσμου ως μη-νοητού καθώς και η έλλειψη υπερβατικής πηγής της σημασίας ή του νόμου ή του κανόνα, είναι αυτή που απελευθερώνει τους έλληνες και τους επιτρέπει να δημιουργήσουν θεσμούς μέσα στους οποίους νομοθετούν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Είναι η θέση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την χριστιανική άποψη, στην οποία δεν υπάρχει δυνατότητα κρίσης και επιλογής, αφού όπως παρατηρεί ο ίδιος, το θεμέλιο της κρίσης και της επιλογής είναι δεδομένο εκ Θεού, πηγή του είναι, του κόσμου, του θεσμού κ.λπ.

«Η κατανόηση θέτει πάντα προβλήματα, είτε πρόκειται για την ίδια μας την παράδοση είτε όχι», παρατηρεί -και σε αυτό το σημείο έγκειται η ελληνική ιδιαιτερότητα του πολιτισμού μας. Διότι βάσει αυτής της σκέψης, γεννήθηκε η καταγραφή της ιστορίας, η έρευνα και η κριτική σκέψη του παρελθόντος, αντικαθιστώντας αυτό που σε άλλες κοινωνίες ήταν απλή παράδοση. Διότι έτσι γεννήθηκε η τραγωδία στην Αθήνα, ώστε να θυμίζει ότι οι πολίτες της ήταν ελεύθεροι, θυμίζοντάς τους συνεχώς αυτό που είπε ο Hannah Arendt, ότι δηλαδή, αν και «έχουμε την δυνατότητα να εκτελέσουμε πράξεις, δεν είμαστε ποτέ κύριοι των επιπτώσεών τους». Για αυτό και η τραγωδία έπαιζε θεμελιώδη ρόλο στους αθηναϊκούς πολιτικούς θεσμούς. Αυτή λοιπόν είναι η θεμελιώδη ιδιαιτερότητα του ελληνικού πολιτισμού, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, το γεγονός δηλαδή ότι έθεσε ο ίδιος σε αμφισβήτηση τον εαυτό του, συγκρίνοντάς τον με άλλες κοινωνίες και πολιτισμούς.

Όπως παρατηρεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Ηρόδοτος δεν αρκέστηκε να πει πως «στον μακρινό βορρά, ζει ο τάδε λαός που παράγει ήλεκτρο», αλλά πραγματοποιεί μία συστηματική έρευνα των θεσμών, των εθίμων, των θεών, των ηθών, των ιδεών άλλων λαών, σημειώνοντας καθοδόν ότι «τούτο είναι πιο λογικό από αυτό που κάνουν οι Έλληνες» ή ακόμα ότι «από εδώ πήραν και οι Έλληνες την τάδε ιδέα» κ.ο.κ.

Αυτό που θέλει να μας περάσει μέσα από αυτό το παράδειγμα είναι η «ανάγκη να κατανοήσουμε την ίδια μας την ιστορία προκειμένου να αλλάξουμε». Πρόκειται για το σημείο που η θρησκευτική μας πίστη θέτει νοητά όρια, όρια που είναι ρητά διατυπωμένα στα ιδρυτικά κείμενα, όρια απαράβατα. Διότι όπως εξηγεί:

«Όποιος ερμηνεύει ακόμα και στο πιο υψηλό δυνατό επίπεδο, ως εβραίος, ως χριστιανός ή ως μουσουλμάνος την Παλαιά Διαθήκη ή το Κοράνιο, δεν μπορεί να δώσει ριζοσπαστική ερμηνεία, διότι παραμένει από την ίδια τη φύση της εργασίας και της πρόθεσής του ένα απαγορευμένο ερώτημα που δεν μπορεί και δεν πρέπει να τεθεί: το ερώτημα της έσχατης καταγωγής των σημασιών. Το ερμηνευμένο κείμενο εμφανίζεται το ίδιο ως πηγή σημασίας, ως βεβαιότητα ότι με την σημασία αυτή τα πράγματα τελειώνουν, διότι πίσω από τους συντάκτες του κειμένου, προφήτες, ευαγγελιστές και αποστόλους, βρίσκεται η πηγή κάθε σημασίας μετασχηματισμένη σε λόγο».

Όσον αφορά την κριτική σκέψη που θα πρέπει να αναπτύξει ο άνθρωπος, ο ίδιος σημειώνει: «Σκεφτόμαστε δεν σημαίνει ότι βγαίνουμε από το σπήλαιο ούτε ότι αντικαθιστούμε την αβεβαιότητα των σκιών με τα ευδιάκριτα περιγράμματα των ίδιων των πραγμάτων, το τρεμουλιαστό φέγγος μιας φλόγας με το φως του αληθινού ήλιου. Σημαίνει ότι μπαίνουμε στο Λαβύρινθο, πιο συγκεκριμένα, κάνουμε να είναι και να φαίνεται ένας Λαβύρινθος, ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει “ξαπλωμένοι ανάμεσα στα λουλούδια ατενίζοντας τον ουρανό”».

Τέλος, για την κατανόηση που θα πρέπει να επιδιώξουμε, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρατηρεί: «Είμαστε έτσι φτιαγμένοι ώστε η κατανόηση και η γνώση να αποτελούν στόχους καθαυτούς, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω δικαιολόγησης. Αυτό όμως συνυπάρχει με την κατανόηση που στόχο έχει την δράση και την ίδια μας την μεταμόρφωση. Οριακά, ακόμα και αν στο τέλος της διαδρομής αυτής παραμείνουμε οι ίδιοι, δεν θα είμαστε ακριβώς οι ίδιοι &διότι θα γνωρίζουμε ή έστω θα πιστεύουμε πως γνωρίζουμε γιατί αποφασίσαμε να μείνουμε οι ίδιοι».

Πρόκειται για ένα θαυμάσιο τόμο που περιλαμβάνει τις διαλέξεις του Κορνήλιου Καστοριάδη τους πέντε πρώτους μήνες διδασκαλίας του στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) το ακαδημαϊκό έτος 1982-1983, όπου εξηγούσε τις φαινομενικά «παράδοξες» έννοιες που διατυπώνονται σε ανέκδοτο κείμενο του 1979, το οποίο δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο. Αναλύονται ακόμη ζητήματα, όπως η πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει την διπλή ελληνική δημιουργία, η δημοκρατία και η φιλοσοφία, η θέση του ατόμου και η εμπειρία του θανάτου στον ομηρικό κόσμο, η φύση της ελληνικής θρησκείας και μυθολογίας και η γένεση των φιλοσοφικών ερωτημάτων από ορισμένους προσωκρατικούς όπως ο Αναξίμανδρος και ο Ηράκλειτος. Τα ζητήματα αυτά αναλύονται με άξονα ένα από τα βασικά αντικείμενα στοχασμού του Κορνήλιου Καστοριάδη: την εμφάνιση κοινωνιών ικανών να θέτουν σε αμφισβήτηση τα ίδια τους τα θεμέλια.

Το βιβλίο «Η ελληνική Ιδιαιτερότητα &από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική (www.kritiki.gr).

Το παρόν άρθρο αποτελεί παρουσίαση όχι καθ’ ολοκληρίαν αυτού του βιβλίου αλλά παραθέτοντας, μερικά από τα στοιχεία εκείνα που απασχολούν το θέμα της διαφορετικότητας της ελληνικής από την χριστιανική σκέψη.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Επιστήμη, θρησκεία, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Χριστός και Έλληνες

Εκ πρώτης αυτός ο τίτλος μας μοιάζει κοινός, γνωστός και απολύτως φυσιολογικός, ιδίως για εμάς τους Έλληνες. Παρ όλα αυτά, κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, οι δύο αυτές λέξεις, δηλαδή Χριστός και Έλληνες, αποτελούσαν δύο έννοιες αντίθετες! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με ιστορική σειρά. Ποιος θεμελίωσε τον Χριστιανισμό, όπως τον ξέρουμε σήμερα; Μην βιαστείτε να απαντήσετε «ο Χριστός».

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ: «ΚΗΡΥΞΕΤΕ ΠΑΣΑ ΤΗΝ ΓΗ» ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ

Βίβλος. Το ιερό βιβλίο των Εβραίων. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν αμέτρητες αναφορές σε προφήτες, όπως ο Ησαΐας, ο Ηλίας και ο Δανιήλ, οι οποίοι κατά τον βίο τους χλευάστηκαν και πολλές φορές καταδικάστηκαν εις θάνατον για αυτά που έλεγαν. Φυσικά αυτοί που τους σκότωσαν δεν ήταν οι εθνικοί, αλλά οι ομόθρησκοι και ομοεθνείς τους, Ιουδαίοι. Μήπως αυτά που έλεγαν ήταν εσφαλμένα; Όχι, αντιθέτως, η Βίβλος αναφέρει εμμέσως πλην σαφώς πως καταδικάστηκαν επειδή διάγγειλαν την αλήθεια του Θεού.

Όλοι οι προφήτες, και λογικό άλλωστε είναι, μιλούσαν για το έθνος τους. Προσπαθούσαν να προστατεύσουν τις δώδεκα φυλές του Ιούδα από τους εξωτερικούς εχθρούς. Παρόλα αυτά, οι αρχαίοι εκείνοι άνδρες καταδικάστηκαν. Οι ίδιοι τους ήξεραν, πριν ανοίξουν το στόμα τους, ποια θα ήταν η κατάληξή τους. Σε ένα τέτοιο κλίμα λοιπόν γεννήθηκε και ο Ιησούς Χριστός.

Τα χρόνια που γεννήθηκε ο Ιησούς, οι Εβραίοι περίμεναν τον Μεσσία και λυτρωτή τους. Η διαφορές του Ιησού με τους προφήτες, όπως εξηγούν σήμερα οι Χριστιανοί ήταν: α) ο Χριστός ήταν ο γιος του Θεού εν αντιθέσει με τους προφήτες που απλά είχαν το πνεύμα του. β) το κήρυγμα του Ιησού απευθυνόταν σε όλους τους Χριστιανούς, σε όλους δηλαδή τους ανθρώπους που θα πίστευαν σε αυτόν, ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσας ή εθνικότητας. Κατά τα άλλα, ο Ιησούς μοιάζει πολύ με τους προφήτες, στο ότι προφήτεψε το μέλλον της Ιερουσαλήμ (=καταστροφή) και στο ότι γνώριζε την τύχη του επί της γης (=σταύρωση).

Ας εξετάσουμε λοιπόν προσεκτικότερα την στάση του Ιησού απέναντι στους εθνικούς, για να δούμε και μόνοι μας ότι όντως, αυτός ο προφήτης δεν ήταν όπως και οι άλλοι, αλλά ήταν ο γιος του Θεού και στάλθηκε να διδάξει τόσο τους Εβραίους όσο και τους Έλληνες και τους Ρωμαίους κ.λ.π.

Ευαγγέλιο του Ματθαίου 10: 5-6

«Αυτούς τους δώδεκα απέστειλε ο Ιησούς, δίνοντάς τους τις εξής εντολές: Μην πάτε στο δρόμο των εθνών και μην μπείτε σε πόλη Σαμαρειτών, αλλά αντίθετα να πηγαίνετε στα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ».

Σε αυτά τα εδάφια φαίνεται καθαρά πως ο Ιησούς παρότρυνε τους μαθητές του να διδάξουν εκτός από τους Εβραίους (=χαμένα πρόβατα) και τους εθνικούς! Μάλιστα ο ίδιος ο Ματθαίος αφηγείται λίγο ποιο κάτω, στο κεφάλαιο 15 και στις παραγράφους 22-24, το σκηνικό, όταν μια εθνική (=Φοίνισσα) τον πλησίασε και τον παρακάλεσε προσκυνώντας τον για βοήθεια.

Οι μαθητές λυπήθηκαν την γυναίκα αυτή λέγοντας στον Ιησού: «Πες την να φύγει γιατί κραυγάζει πίσω μας».

Ο Ιησούς όμως ως θεόσταλτος την σπλαχνίστηκε και της είπε: «Δεν στάλθηκα για κανέναν παρά μόνον στα χαμένα πρόβατα του Ισραήλ. Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το ρίξει στα σκυλιά».
(Δείτε επίσης Μάρκος 7:25-27) Τώρα ποια ήταν τα παιδιά και πια τα σκυλιά πιστεύω να καταλάβατε.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΙΗΣΟΥΣ, ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ!

Ο Ιησούς ήταν ένας θαυματοποιός. Αυτό τον κάνει να διαφέρει από τους προφήτες όπως Ησαΐα, Ηλία και Δανιήλ. Αλλά το γεγονός ότι έκανε θαύματα το κάνει να μοιάζει πολύ με τους άλλους, ψευδοπροφήτες κατά τους σημερινούς χριστιανούς, που γεννήθηκαν εκείνη την εποχή στον Ιούδα. Ο Ιησούς δεν ήταν ο μόνος που διαλαλούσε πως ήταν ο Μεσσίας*!

*=Ο Ιησούς πουθενά δεν είπε πως «είμαι ο Μεσσίας» αλλά όποτε τον ρωτούσαν έλεγε «εσύ είπες πως είμαι ο Μεσσίας».

Το ότι ο Ιησούς περπάτησε στην Ιουδαία ως πραγματικό πρόσωπο σήμερα θεωρείτε αδιαμφισβήτητο γεγονός, μιας και εφόσον τρεις ιστορικοί, εκ των οποίων οι δύο ήσαν εθνικοί, γράφουν για αυτόν. Οι μαρτυρίες τους από τους σημερινούς χριστιανούς θεωρούνται πραγματικές, εφόσον και οι τρεις τους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν προσωπικά. Ο λόγος για:

  1. Τον εβραίο Φλάβιο Ιώσηπο που γεννήθηκε το 37μ.Χ.
  2. Τον ρωμαίο Κορνήλιο Τάκιτο που γεννήθηκε το 56μ.Χ.
  3. Και τον Κάιο Πλίνιο που γεννήθηκε το 62μ.Χ.

Μόνο αυτοί οι τρεις άνδρες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν τον Χριστό από κοντά. Κανείς άλλος. Τώρα σε ποια ζωή τον γνώρισαν, αυτό δεν μας το λένε οι Χριστιανοί.

Είναι σίγουρο, πως οι ιστορικοί αυτοί σε καμία περίπτωση δεν είδαν και δεν άκουσαν τον Χριστό αλλά είδαν και άκουσαν τους Χριστιανούς, και συγκεκριμένα τους οπαδούς του Παύλου.

Και αν νομίζεται πως θαύματα έκανε μόνο ο Ιησούς και οι υπόλοιποι ψευδοπροφήτες, δείτε το Ματθαίος κεφάλαιο 10:8 «[Πηγαίνετε] να θεραπεύεται αρρώστους, να εγείρεται νεκρούς, να καθαρίζεται λεπρούς, να εκβάλλετε δαίμονες». Επομένως, σαν τον δάσκαλο και οι μαθητές του. Σε τίποτα δεν διέφεραν. Τα ίδια λόγια, τα ίδια έργα. Πέθανε ένας, αναστήθηκαν δώδεκα!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Ο Ιησούς ουδέποτε είπε πως οι Έλληνες, και γενικότερα οι εθνικοί, θα σωνόντουσαν. Αντιθέτως, τους παρομοίασε με σκυλιά, που προσπαθούσαν να φάνε το ψωμί των Εβραίων. Ο Παύλος όμως εισήγαγε μια νέα θεωρία. Εκτός από τους απανταχού Ιουδαίους, δέχθηκε και εθνικούς! Μάλιστα τους απάλλαξε από πολλές υποχρεώσεις όπως την τήρηση του Σαββάτου και την περιτομή (παρότι οι χριστιανοί λένε πως ο Ιησούς δεν κατήργησε τον μωσαϊκό νόμο αλλά τον εκπλήρωσε). Ο Παύλος, αν και δεν γνώρισε τον Ιησού, αν και ήταν εχθρός των Χριστιανών, ασπάστηκε την θρησκεία αυτή γιατί είδε το «φως του Κυρίου». Το ίδιο φως που αργότερα είδαν και οι ρωμαίοι αυτοκράτορες και υιοθέτησαν τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Αλήθεια, ποιος σημερινός εβραίος δεν γνωρίζει την ιστορία του; Ποιος δεν ξέρει για τον Ισαάκ και τον Ιακώβ; Τον Νώε και τον Μωυσή; Τον Αδάμ και την Εύα; Όλοι οι Εβραίοι γνωρίζουν την Ιστορία τους καλά!

Ποιος έλληνας ξέρει ένα έργο του Πλάτωνα ή του Σωκράτη;

(=Τίτλο παιδιά, όχι τι λένε τα έργα τους, μόνο έναν τίτλο…)

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία | , , , , , , , , | No Comments Yet

Υπατία – Η Φιλόσοφος Θύμα των Χριστιανών!

Η Υπατία, σπουδαία φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, έζησε στην Αλεξάνδρεια κατά το β ήμισυ του 4ου αιώνα και στις αρχές του 5ου μ.Χ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της αποτέλεσε πρότυπο ηθικής, σύνεσης και σοφίας. Έζησε όμως σε μια εποχή βίας και θρησκευτικού φανατισμού και βρήκε φρικτό θάνατο από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας.

Η Υπατία γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια γύρο στο 355μ.Χ. Ήταν κόρη του Θέωνα, ενός πολύ σημαντικού λογίου, μαθηματικού και αστρονόμου ο οποίος έκανε εξαιρετικά σχόλια στα έργα δύο παλαιοτέρων σπουδαίων αλεξανδρινών μαθηματικών και φιλοσόφων, του Πτολεμαίου και του Ευκλείδη. Ο Θέων ήταν ο τελευταίος λόγιος που καταγράφεται ως μέλος του Αλεξανδρινού Μουσείου. Αξίζει να σημειώσουμε πως τόσο ο Θέωνας όσο και η κόρη του Υπατία, είχαν αλεξανδρινή υπηκοότητα, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο κανείς να αποκτήσει, μιας και την υπηκοότητα την παραχωρούσε ο ίδιος ο βασιλιάς (σε περιορισμένο αριθμό ατόμων κυρίως ελληνικής καταγωγής).

Έτσι λοιπόν δίπλα στον πατέρα της η Υπατία έλαβε εξαιρετική μόρφωση, την οποία ανέπτυξε και καλλιέργησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά τον ξεπέρασε. Η ίδια συνέχισε το έργο του πατέρα της, διδάσκοντας φιλοσοφία, μαθηματικά και αστρονομία. Η φήμη της εξαπλώθηκε γρήγορα, έχοντας ως αποτέλεσμα, από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας να καταφθάνουν στην Αλεξάνδρεια για να σπουδάσουν φιλοσοφία. Σε όλη της τη ζωή η Υπατία αποτέλεσε πρότυπο αρετής, εγκράτειας και σωφροσύνης. Αν και ήταν όμορφη, ποτέ της δεν ενδιαφέρθηκε για την ομορφιά του σώματός της. Ντυνόταν κόσμια και μέχρι το τέλος του βίου της, παρέμεινε παρθένα.

Η Υπατία ήταν σπουδαία νεοπλατωνική φιλόσοφος. Οι νεοπλατωνικοί ήταν ασκητικοί και παρέπεμπαν στον Πυθαγόρα, ο οποίος είχε διδάξει ότι η σοφία επιτυγχάνεται μέσω της αποχής. Αν και η Υπατία τηρούσε πιστά αυτές τις αρχές, δεν απαιτούσε από τους μαθητές της, που ήταν διαφόρων θρησκειών, ανάλογους περιορισμούς. Όπως κάθε φιλόσοφος της αρχαιότητας, έτσι και η Υπατία προσπαθούσε να βοηθήσει τους μαθητές της να αντιληφθούν την πραγματική ομορφιά της ζωής και την αληθινή γνώση.

Με την πνευματική της κατάρτιση, τη ρητορική της δεινότητα, την πολύπλευρη προσωπικότητά της και την ηθική της οντότητα η Υπατία κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό του λαού της Αλεξάνδρειας, καθώς και των αλεξανδρινών πολιτικών, οι οποίοι την επισκέπτονταν όταν αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους.

4ος αιώνας. Ο διωγμός των Εθνικών!

Ο 4ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των αυτοκρατόρων, με εξαίρεση τον Ιουλιανό, να επιβάλουν τον χριστιανισμό ως κυρίαρχη θρησκεία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Για το λόγο αυτό η νέα θρησκεία ήρθε αντιμέτωπη με τις υπόλοιπες θρησκευτικές και φιλοσοφικές τάσεις που υπήρχαν μέσα στο ρωμαϊκό κράτος. Ο νεοπλατωνισμός μάλιστα, αποτελούσε τον μεγαλύτερο «εχθρό», μιας και αποτελούσε την ποιο σοβαρή εναλλακτική λύση έναντι του Χριστιανισμού. Έτσι οι αυτοκράτορες, με μια σειρά διατάξεων προσπάθησαν να περιορίσουν τις ελευθερίες λατρείας των εθνικών και στην συνέχεια με μια πληθώρα νομοθετημάτων στράφηκαν να εξαλείψουν την αρχαία ελληνική θρησκεία κλείνοντας τα ιερά, απαγορεύοντας τις θυσίες και αφαιρώντας τις περιουσίες τους. Προς το τέλος μάλιστα του 4ου αιώνα, οι ναοί των εθνικών άρχισαν να καταστρέφονται (ιδιαίτερα στην Ανατολή), ενώ η εθνική λατρεία ποινικοποιήθηκε. Μάταια, ο σπουδαίος ρήτορας και σοφιστής Λιβάνιος έκανε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να μεριμνήσει, ώστε να εμποδιστούν οι φανατικοί χριστιανοί να καταστρέφουν τα ιερά των εθνικών.

Το 386 ο επίσκοπος Μάρκελλος της Απάμειας κατέστρεψε το ναό του Δία Βήλου στην Απάμεια, ενώ το 392 καταστράφηκε το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους σημαντικότερους ναούς της αυτοκρατορίας, από τον χριστιανικό όχλο, που καθοδηγείτο από τον πατριάρχη Θεόφιλο. Η καταστροφή του Σεραπείου ήταν σημαντική γιατί κτίστηκε από τον Πτολεμαίο Α και συμβόλιζε την συνύπαρξη, την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό των τριών σημαντικότερων πληθυσμιακών ομάδων της Αλεξάνδρειας, των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Ιουδαίων. Έτσι, η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία μπόρεσε να απορρίψει τελείως την κλασσική ελληνική παιδεία, γεγονός που έμεινε γνωστό με την ρήση «χείλη υμνούντα τον Χριστόν δεν δύνανται τον Δίαν να υμνήσουν».

Ο αυτοκράτορας Ουάλης (364-378), με αφορμή την αποκάλυψη μια υποτιθέμενης συνομωσίας για την ανατροπή του από εθνικούς, αποδύθηκε σε ένα «κυνήγι μαγισσών», εξαπολύοντας απηνή διωγμό, κυρίως εναντίον των εθνικών διανοούμενων. Για λόγους αυτοπροστασίας, πολλοί έκαψαν τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες τους, αφού ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι κρύβουν μαγείες και επωδούς. Τα θύματα των διωγμών ήταν πολλά, ενώ αρκετοί, για να αποφύγουν τυχών τιμωρία τους, διέφευγαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Έτσι, το 391 τερματίσθηκε και η λειτουργία του Αλεξανδρινού Μουσείο, με το διάταγμα του Θεοδοσίου, το οποίο επέβαλλε την καταστροφή όλων των εθνικών ναών της πόλης.

Ο τραγικός θάνατος της Υπατίας

Κατά την περίοδο 412-415 αυτοκρατορικός έπαρχος της Αιγύπτου ήταν ο χριστιανός Ορέστης, ο οποίος όμως, όπως και άλλοι πολιτικοί επισκεπτόταν την Υπατία για να την συμβουλευτεί για θέματα πολιτείας, αλλά και για να παρακολουθήσει τα μαθήματά της. Στο πατριαρχικό θρόνο εν τω μεταξύ ο Κύριλλος διαδέχθηκε τον αποβιώσαντα Θεόφιλο. Αμέσως ο Κύριλλος άρχισε έναν αγώνα για την «καθαρότητα της πίστης», εκδιώκοντας από την πόλη όλους τους μη ορθόδοξους χριστιανούς. Φυσικά αυτός ο διωγμός έλαβε χώρα και για την επέκταση της θρησκευτικής του δικαιοδοσίας στις υποθέσεις της κρατικής διοίκησης.

Πρώτα θύματα αυτής της τακτικής του ήταν οι Νοβατιανοί και κατόπιν η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Μόλις ο Ορέστης αντέδρασε, ορισμένοι μοναχοί υπό την παρότρυνση του Κυρίλλου αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, τραυματίζοντάς τον στο κεφάλι. Ο Ορέστης βρήκε στην Υπατία έναν σύμμαχο, αλλά το γεγονός αυτό μαζί με το ότι η Υπατία ήταν εκτιμώμενο πρόσωπο της πόλης, ανησύχησε τον Κύριλλο. Προκειμένου λοιπόν να την κατηγορήσει και να την αποξενώσει από τον απλό λαό, ο Κύριλλος την κατηγόρησε ότι ασκούσε μαύρη μαγεία! Η κατηγορία της μαγείας άλλωστε για εκείνη την εποχή ήταν κύριο όπλο της χριστιανικής ελίτ κάθε φορά που επεδίωκε φυσική και ηθική εξόντωση κάποιου αντιπάλου της.

Την σαρακοστή λοιπόν του 415, ενώ η Υπατία επέστρεφε στην κατοικία της, μετά από τον συνηθισμένο περίπατό της στην πόλη, μια ομάδα χριστιανών (Παραβολάνοι ομάδα νεαρών που λειτουργούσαν ως στρατιωτικό σώμα του Πατριάρχη) την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον, όπου ξέσχισαν τα ρούχα της και κομμάτιασαν το σώμα της με όστρακα. Έπειτα, αφού έσυραν τα κομμάτια της σε ολόκληρη την πόλη, τα κάψανε στην πυρά έξω από την Αλεξάνδρεια, στην θέση Κίναρον.

Επίλογος

Παρά το μίσος των χριστιανών κατά της Υπατίας, στην ιστορία του πολιτισμού καταγράφτηκε ως η πρώτη γυναίκα που δίδαξε δημόσια και μάλιστα στο επιστημονικό πεδίο της υψηλής θετικής διανόησης, συμβολίζοντας την ελευθερία της σκέψης και του λόγου, στοιχεία που ερχόντουσαν αντίθετα με τις διδαχές του χριστιανισμού και ιδιαίτερα εκείνης της πρωτοχριστιανικής κοινωνίας που έβλεπε την τυφλή υποταγή και την βία ως μοναδική διέξοδο προς το Θείο. Η ιστορία της Υπατίας πρέπει να διδάξει όλους μας, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και εθνικότητας. Πριν ξεστομίσουμε την κλασσική ρήση του νεοέλληνα «έτσι τα βρήκα, έτσι θα πάω», σκεφτείτε! Θυμηθείτε τους διωγμούς των προγόνων μας και δείτε τον χριστιανισμό απλά ως μία ακόμη θρησκεία αυτού του πλανήτη. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Αυτά, για όσους νομίζουν πως «τζιχάντ» (=ιερός πόλεμος) συμβαίνει μόνο στον καιρό μας από ακραίους ισλαμιστές!

Περισσότερες πληροφορίες: Ιστορικά Θέματα, τεύχος 23, Νοέμβριος 2003, σελ.8

Maria Dzielska «Υπατία η Αλεξανδρινή» εκδόσεις Ενάλιος.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία | , , , , , , | 2 σχόλια