Η διαφορετικότητα της ελληνικής από τη χριστιανική σκέψη.
Ζούμε σε έναν μεταφορικό «παράδεισο», όπου η γνώση αποτελεί τον «απαγορευμένο καρπό», αυτόν που θα μας χαρίσει την οξυδέρκεια να κρίνουμε τι είναι «καλό και τι κακό» και αυτόν που θα μας καταδικάσει ως παραβάτες στην ίδιας μας την παράδοση. Αυτή είναι η πρώτη προσωπική σκέψη που μπορώ να αρθρώσω διαβάζοντας το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη. Του βιβλίου, με τον ευρηματικό και πλήρως εναρμονισμένο ιστορικά τίτλο «Η Ελληνική ιδιαιτερότητα». Μια ιδιαιτερότητα που όπως σημειώνει ο ίδιος, «δεν είναι το μέτρο και η αρμονία, ούτε η εμφάνιση της αλήθειας ως “αποκάλυψης”, αλλά «το ζήτημα του μη-νοήματος και του μη-όντος».
Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, η δημιουργία της «πόλις» ως συλλογική μορφή ζωής, καθώς και όσα την συνοδεύουν, η δημοκρατία και η πολιτική, δεν πραγματοποιήθηκαν ούτε ξαφνικά αλλά ούτε και ειρηνικά. Διότι η δημοκρατία έρχεται σε ρήξη με την ίδια τη δημιουργία της πόλης, «όπου οι άνθρωποι γίνονται δημιουργοί των νόμων που τους διέπουν, επομένως και υπεύθυνοι για όσα συμβαίνουν στη πόλη». Από την στιγμή αυτή, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, η θέση της κοινότητας δεν υφίσταται πλέον εξω-κοινωνική, θεία, υπερβατική πηγή δικαίου, που να λέει τι είναι καλό και τι είναι κακό, καθορίζοντας τι είναι δίκαιο και τι άδικο.
Όπως σημειώνει ο φιλόσοφος, «δεν υπάρχει στην Ελλάδα Θεός που μίλησε στον Μωυσή», θέτοντας με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα του αυτοπεριορισμού της κοινότητας, που οδηγεί σε μια «συνεχής αναζήτηση ορίων και εγγυήσεων που θα μπορούσαν να σταθούν στο ύψος οποιαδήποτε περίστασης, σώζοντας την κοινότητα από τον ίδιο της τον εαυτό». Πρόκειται για τη θέση, σύμφωνα με την οποία, η πρωταρχική φαντασιακή σύλληψη του κόσμου ως μη-νοητού καθώς και η έλλειψη υπερβατικής πηγής της σημασίας ή του νόμου ή του κανόνα, είναι αυτή που απελευθερώνει τους έλληνες και τους επιτρέπει να δημιουργήσουν θεσμούς μέσα στους οποίους νομοθετούν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Είναι η θέση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την χριστιανική άποψη, στην οποία δεν υπάρχει δυνατότητα κρίσης και επιλογής, αφού όπως παρατηρεί ο ίδιος, το θεμέλιο της κρίσης και της επιλογής είναι δεδομένο εκ Θεού, πηγή του είναι, του κόσμου, του θεσμού κ.λπ.
«Η κατανόηση θέτει πάντα προβλήματα, είτε πρόκειται για την ίδια μας την παράδοση είτε όχι», παρατηρεί -και σε αυτό το σημείο έγκειται η ελληνική ιδιαιτερότητα του πολιτισμού μας. Διότι βάσει αυτής της σκέψης, γεννήθηκε η καταγραφή της ιστορίας, η έρευνα και η κριτική σκέψη του παρελθόντος, αντικαθιστώντας αυτό που σε άλλες κοινωνίες ήταν απλή παράδοση. Διότι έτσι γεννήθηκε η τραγωδία στην Αθήνα, ώστε να θυμίζει ότι οι πολίτες της ήταν ελεύθεροι, θυμίζοντάς τους συνεχώς αυτό που είπε ο Hannah Arendt, ότι δηλαδή, αν και «έχουμε την δυνατότητα να εκτελέσουμε πράξεις, δεν είμαστε ποτέ κύριοι των επιπτώσεών τους». Για αυτό και η τραγωδία έπαιζε θεμελιώδη ρόλο στους αθηναϊκούς πολιτικούς θεσμούς. Αυτή λοιπόν είναι η θεμελιώδη ιδιαιτερότητα του ελληνικού πολιτισμού, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, το γεγονός δηλαδή ότι έθεσε ο ίδιος σε αμφισβήτηση τον εαυτό του, συγκρίνοντάς τον με άλλες κοινωνίες και πολιτισμούς.
Όπως παρατηρεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Ηρόδοτος δεν αρκέστηκε να πει πως «στον μακρινό βορρά, ζει ο τάδε λαός που παράγει ήλεκτρο», αλλά πραγματοποιεί μία συστηματική έρευνα των θεσμών, των εθίμων, των θεών, των ηθών, των ιδεών άλλων λαών, σημειώνοντας καθοδόν ότι «τούτο είναι πιο λογικό από αυτό που κάνουν οι Έλληνες» ή ακόμα ότι «από εδώ πήραν και οι Έλληνες την τάδε ιδέα» κ.ο.κ.
Αυτό που θέλει να μας περάσει μέσα από αυτό το παράδειγμα είναι η «ανάγκη να κατανοήσουμε την ίδια μας την ιστορία προκειμένου να αλλάξουμε». Πρόκειται για το σημείο που η θρησκευτική μας πίστη θέτει νοητά όρια, όρια που είναι ρητά διατυπωμένα στα ιδρυτικά κείμενα, όρια απαράβατα. Διότι όπως εξηγεί:
«Όποιος ερμηνεύει ακόμα και στο πιο υψηλό δυνατό επίπεδο, ως εβραίος, ως χριστιανός ή ως μουσουλμάνος την Παλαιά Διαθήκη ή το Κοράνιο, δεν μπορεί να δώσει ριζοσπαστική ερμηνεία, διότι παραμένει από την ίδια τη φύση της εργασίας και της πρόθεσής του ένα απαγορευμένο ερώτημα που δεν μπορεί και δεν πρέπει να τεθεί: το ερώτημα της έσχατης καταγωγής των σημασιών. Το ερμηνευμένο κείμενο εμφανίζεται το ίδιο ως πηγή σημασίας, ως βεβαιότητα ότι με την σημασία αυτή τα πράγματα τελειώνουν, διότι πίσω από τους συντάκτες του κειμένου, προφήτες, ευαγγελιστές και αποστόλους, βρίσκεται η πηγή κάθε σημασίας μετασχηματισμένη σε λόγο».
Όσον αφορά την κριτική σκέψη που θα πρέπει να αναπτύξει ο άνθρωπος, ο ίδιος σημειώνει: «Σκεφτόμαστε δεν σημαίνει ότι βγαίνουμε από το σπήλαιο ούτε ότι αντικαθιστούμε την αβεβαιότητα των σκιών με τα ευδιάκριτα περιγράμματα των ίδιων των πραγμάτων, το τρεμουλιαστό φέγγος μιας φλόγας με το φως του αληθινού ήλιου. Σημαίνει ότι μπαίνουμε στο Λαβύρινθο, πιο συγκεκριμένα, κάνουμε να είναι και να φαίνεται ένας Λαβύρινθος, ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει “ξαπλωμένοι ανάμεσα στα λουλούδια ατενίζοντας τον ουρανό”».
Τέλος, για την κατανόηση που θα πρέπει να επιδιώξουμε, ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρατηρεί: «Είμαστε έτσι φτιαγμένοι ώστε η κατανόηση και η γνώση να αποτελούν στόχους καθαυτούς, χωρίς την ανάγκη περαιτέρω δικαιολόγησης. Αυτό όμως συνυπάρχει με την κατανόηση που στόχο έχει την δράση και την ίδια μας την μεταμόρφωση. Οριακά, ακόμα και αν στο τέλος της διαδρομής αυτής παραμείνουμε οι ίδιοι, δεν θα είμαστε ακριβώς οι ίδιοι &διότι θα γνωρίζουμε ή έστω θα πιστεύουμε πως γνωρίζουμε γιατί αποφασίσαμε να μείνουμε οι ίδιοι».
Πρόκειται για ένα θαυμάσιο τόμο που περιλαμβάνει τις διαλέξεις του Κορνήλιου Καστοριάδη τους πέντε πρώτους μήνες διδασκαλίας του στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS) το ακαδημαϊκό έτος 1982-1983, όπου εξηγούσε τις φαινομενικά «παράδοξες» έννοιες που διατυπώνονται σε ανέκδοτο κείμενο του 1979, το οποίο δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο. Αναλύονται ακόμη ζητήματα, όπως η πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει την διπλή ελληνική δημιουργία, η δημοκρατία και η φιλοσοφία, η θέση του ατόμου και η εμπειρία του θανάτου στον ομηρικό κόσμο, η φύση της ελληνικής θρησκείας και μυθολογίας και η γένεση των φιλοσοφικών ερωτημάτων από ορισμένους προσωκρατικούς όπως ο Αναξίμανδρος και ο Ηράκλειτος. Τα ζητήματα αυτά αναλύονται με άξονα ένα από τα βασικά αντικείμενα στοχασμού του Κορνήλιου Καστοριάδη: την εμφάνιση κοινωνιών ικανών να θέτουν σε αμφισβήτηση τα ίδια τους τα θεμέλια.
Το βιβλίο «Η ελληνική Ιδιαιτερότητα &από τον Όμηρο στον Ηράκλειτο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική (www.kritiki.gr).
Το παρόν άρθρο αποτελεί παρουσίαση όχι καθ’ ολοκληρίαν αυτού του βιβλίου αλλά παραθέτοντας, μερικά από τα στοιχεία εκείνα που απασχολούν το θέμα της διαφορετικότητας της ελληνικής από την χριστιανική σκέψη.


