Είσαι υπερήφανος που είσαι Έλληνας; Γιατί;
Θα ήσουνα ποτέ υπερήφανος αν ο πατέρας σου ήταν ένας μεγάλος εφευρέτης; Ένας μεγάλος πολιτικός; Ή ένας μεγάλος επιστήμονας; Πιθανόν να απαντούσατε καταφατικά. Όμως ποιο είναι το κριτήριο που κάνει έναν κοινό άνθρωπο «μεγάλο»; Δεν είναι η κοινή αποδοχή ότι αυτός ο άνθρωπος, ο πατέρας μας για το εν λόγω παράδειγμα που έθεσα, ωφέλησε την πλειοψηφία της κοινωνίας;
Αν εσείς παρά την επιτυχή πορεία του πατέρας σας, δεν πράξετε απολύτως τίποτα, τα παιδιά σας πόσο υπερήφανα θα είναι; Για εσάς πιθανώς καθόλου. Για τον παππού τους όμως θα είναι! Επομένως, εσείς ως γιος δεν καταφέρατε τίποτα! Κανείς δεν ενδιαφέρεται για εσάς.
Έτσι και οι νεοέλληνες νιώθουν υπερήφανοι για το χθες, για την ιστορία των προγόνων τους. Δεν συνειδητοποιούν όμως ότι οι ίδιοι γράφουν την ιστορία της Ελλάδας για τις επόμενες γενεές. Νιώθουν υπερήφανοι, το συλλαμβάνω με το ταπεινό μου μυαλό ως, αποφυγή από την πραγματικότητα μιας ασήμαντης νεότερης ιστορίας της Ελλάδας, που δεν έχει να προσφέρει τίποτα στο παγκόσμιο σκηνικό.
Οι πρόγονοί μας προσέφεραν πολλά στον τομέα της σκέψης. Πολλά στον τομέα της φιλοσοφίας. Πολλά στον τομέα της επιστήμης. Κάθε μεγάλη ανακάλυψη έχει τις βάσεις της στην Αρχαία Ελλάδα. Γιατί εφόσον είμαστε οι απόγονοι αυτών των «μεγάλων» πεφωτισμένων προγόνων μας, εμείς είμαστε ασήμαντοι;
Ίσως γιατί αυτό που μάθαμε είναι να είμαστε απλά υπερήφανοι για κάτι που δεν είναι καθαρά δικό μας. Ίσως γιατί αρκεστήκαμε στο έτοιμο, χωρίς να αναζητήσουμε, χωρίς να γνωρίσουμε, χωρίς εν τέλει να ανακαλύψουμε το γιατί και το πώς οι πρόγονοί μας κατάφεραν τόσα πολλά, ενώ εμείς τίποτα.
Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί στην Ελλάδα θεμελιώθηκε η Δημοκρατία, γιατί συγκεκριμένα στην Αθήνα κι όχι σε κάποια άλλη πόλη της αρχαίας Ελλάδας, σε κάποια άλλη πόλη της Μεσογείου κ.ο.κ.;
Όπως συνειδητοποιείτε, έχουμε άγνοια στην ίδια μας την ιστορία! Άγνοια ίσως στα αίτια που οδήγησαν ώστε οι πρόγονοί μας να είναι οι «μεγάλοι» κι εμείς απλά οι «ασήμαντοι» απόγονοί τους.
Μας λείπει η σωστή παιδεία, η σωστή αντίληψη για τη θρησκεία. Η συνειδητοποίηση του ποιος είμαι και του τι δύναμη έχω σε ένα υποτιθέμενο δημοκρατικό πολίτευμα όπως το σημερινό.
Για αυτό νομίζω πως, πρέπει να κάμουμε να έρθει εκείνη η στιγμή, που οι απόγονοί μας θα είναι υπερήφανοι όχι μονάχα για την αρχαία Ελλάδα, μα κυρίως για εμάς, τους σημερινούς έλληνες. Διότι εμείς θα σπείρουμε την Ελλάδα του αύριο. Εμείς θα θέσουμε τις βάσεις της. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Θα τις θέσουμε ή απλά θα μάθουμε στα παιδιά μας να είναι κι αυτοί υπερήφανοι για το ένδοξο παρελθόν μας;
Θέλουμε να παραδώσουμε την Ελλάδα, όπως την βρήκαμε; Στάσιμη;
Ο λόγος είναι καθαρά προσωπικά δικός σας. Εσείς αποφασίζεται για το αύριο. Από τον καθημερινό αγώνα για γνώση, για κριτική, για απόκτηση παιδείας. Εσείς αποφασίζεται με την ψήφο σας. Εσείς αποφασίζεται από τι πρόγραμμα θα δείτε στην τηλεόραση. Τι θετικό και τι αρνητικό σχόλιο θα κάνετε βλέποντας τις εξελίξεις να τρέχουν καθημερινά μέσα από τα δελτία ειδήσεων. Μέσα από το παράδειγμά σας. Τα παιδιά σας απλά θα πάρουν την σκυτάλη. Εσείς θα τους την δώσετε…
Κρυφό Σχολειό – Αλήθεια ή Ψέμα;
Τελευταία έχει γίνει πολύς λόγος για τα Κρυφά Σχολειά που υπήρχαν ή δεν υπήρχαν στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα υπό τον φόβο των Τούρκων. Το θέμα αυτό όμως δεν είναι καινούργιο, αλλά παλαιό.
Σήμερα στην ΕΡΑ άκουσα μία εκπομπή η οποία αναφέρθηκε στο όλο θέμα, δηλαδή στο κατά πόσο είναι αλήθεια αυτό που αναφέρει το βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού περί των «κρυφών σχολειών». Εκεί λοιπόν άκουσα, πως εδώ και πάνω από μια δεκαετία, τα βιβλία της δέσμης αναφέρουν καθαρά πως «κρυφά σχολειά ουδέποτε υπήρξαν»! «Γιατί κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε;» αναρωτήθηκε η δημοσιογράφος της εκπομπής.
Όσοι ψάχνανε λέγανε «δεν υπήρξαν κρυφά σχολειά». Όσοι σπουδάζανε λέγανε τα ίδια. Όσοι όμως τύχαινε να έβγαζαν κάποιο Λύκειο ή μια τεχνική σχολή, ή τέλος πάντων οποιαδήποτε άλλη δέσμη εκτός της Θεωρητικής, έλεγαν πως «Υπήρξαν»! Προς τι αυτός ο διχασμός;
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, σε άρθρο του στην «Νέα Εστία» (15.8.45), έγραψε πώς κατά τις πολύχρονες μελέτες του δεν βρήκε καμία ιστορική μαρτυρία, πού να θεμελιώνει την ύπαρξη τού «Κρυφού Σχολείου». Το ίδιο και ο Άλκης Αγγέλου («Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους»). Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος τίποτα σχετικό δεν αναφέρει στην ιστορία του. Ο Γιάννης Κορδάτος («Ρήγας ο Φεραίος και η Βαλκανική Ομοσπονδία») παρατηρεί ότι «η παράδοση πώς υπήρξαν τάχα “κρυφά σχολειά” υπό τον φόβο των Τούρκων, είναι ολότελα φτιαχτή και δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορική πραγματικότητα».
Θα μου πεις, ποιος έχει κάτσει να μελετήσει το όλο θέμα; «Υπήρξαν κρυφά σχολειά» λένε οι παπάδες και ο Χριστόδουλος, «υπήρξαν» λένε και οι χριστιανοί!
Και τι να τους κάνεις όλους αυτούς τους ιστορικούς, όταν ο ίδιος ο Κοσμάς ο Αιτωλός βεβαίωνε σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, περί το 1775: «Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα». Ακόμη, ο λόγιος και κληρικός Νεόφυτος Βάμβας, ο οποίος έζησε από κοντά τα γεγονότα, ήταν ασφαλώς αρμοδιότερος να αποφανθεί επί τού επιμάχου θέματος. Η μαρτυρία του είναι αποκαλυπτική:
«Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη (=Σουλτάνος) ποτέ δεν εναντιώθηκε στην αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα. Οι πιο πραγματικοί εχθροί σ’ αυτήν την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους κόλπους μας. Κι αν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προκαταλήψεις ή την αδιαφορία αυτού τού πανίσχυρου κλήρου (=Πατριαρχείο), πού αποτελεί σήμερα το πρώτο σώμα τού ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θα απομένουν να γίνουν από τους Τούρκους»
(Ιστορία Ελλ. Έθνους, “ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ” ΙΑ’, σελ. 308).
Αντί για «κρυφά σχολειά» πολλά ήταν τα ελληνικά σχολεία, πρωτοποριακά για την εποχή τους που δημιουργήθηκαν σε όλη την έκταση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας! Ονομαστά ήταν τα σχολεία των Ιωαννίνων (“Γιάννενα, πρώτα στα γράμματα &”), Σμύρνης (Ευαγγελική Σχολή, Φιλολογικό Γυμνάσιο), η Ακαδημία Ιασίου, η Αθωνιάς του Αγίου Όρους, η Σχολή Κυδωνιών, τού Βουκουρεστίου κ.α. Ακόμη και τα μικρά χωριά έγιναν κέντρα μεγάλης εκπαιδευτικής δραστηριότητος και ακτινοβολίας, με σχολεία πού παρείχαν σπουδές υψηλού επιπέδου: Ζαγορά, Αμπελάκια, Σιάτιστα, Μέτσοβο, Πάτμος, Τσαριτσάνη, Τίρναβος κτλ.
Από το 1790 μέχρι το 1800 γίνονται τόσα σχολεία, μεταφράζονται και τυπώνονται στην Ελληνική τόσα ξένα βιβλία, όσα δεν είχαν δει οι έλληνες όλα τα προηγούμενα χρόνια μετά από την Άλωση, παρατηρεί ο Κοραής, ο οποίος, πίστευε πώς πριν από κάθε σκέψη για επανάσταση έπρεπε να προηγηθεί απαραιτήτως η πνευματική ανάβλεψη τού λαού. Πόσο δίκαιο είχε λοιπόν ο Ιωάννης Δραγούμης, όταν έλεγε πολύ αργότερα, ότι «οι Έλληνες κέρδισαν τον πόλεμο με τα σχολεία&».
Δεν θα αναφερθώ στο παρόν άρθρο για τα οδυνηρά παρεπόμενα και για τα θύματα που υπήρξαν εξαιτίας αυτής της λαμπρής αναγέννησης των γραμμάτων. Και δεν θα αναφερθώ στις πολλές και συγκεκριμένες σκοταδιστικές ενέργειες και κυρίως την εχθρικότατη στάση προς κάθε εκπαιδευτική και μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία (ακόμη και πυρπολήσεως βιβλίων!) από ορισμένους Πατριάρχες.
Έτσι λοιπόν το «Κρυφό Σχολειό» πρόκειται για έναν ευσεβή μύθο πού δημιουργήθηκε αμέσως μετά την Επανάσταση, μαζί με το «Φεγγαράκι μου, λαμπρό…», πού ενέπνευσε την τέχνη (Γύζης) και την λογοτεχνία (ποίημα τού Πολέμη), με σκοπό βέβαια να στιγματισθεί η τουρκική βαρβαρότητα, αλλά κατά πολλούς να εξαγνισθεί η Εκκλησία από τα όποια ανομήματά της κατά την διάρκεια τής Δουλείας.
Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι αυτό που ο αείμνηστος Διονύσιος Σολωμός είχε πει:


