Γιατί δεν υπάρχει Θεός Σημασιολογικά;
«Αν υπάρχει Θεός δεν υπάρχω, κι αν υπάρχω δεν υπάρχει Θεός»*. Η έννοια αυτής μου της φράσης έγκειται στην ίδια την σημασία της λέξης «υπάρχω». Το ότι υπάρχω εγώ προσωπικά σημαίνει ότι υφίσταμαι ως ζωντανός οργανισμός. Αυτή η λέξη ως έννοια φτιάχτηκε από ανθρώπους και αφορά τον κόσμο που τους περιβάλλει -και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Θεό. Αφενός μεν διότι ακόμη κι αν δεχθούμε την πιθανότητα ο Θεός να δημιούργησε τον υλικό κόσμο, αυτός παραμένει εκτός ύλης, εκτός νοητού και εκτός χρόνου και αφετέρου διότι οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό του, χρησιμοποιώντας ανθρώπινη ορολογία, περνά στα όρια της ειδωλολατρίας. Αν λοιπόν η έννοια της λέξης «υπάρχω» χρησιμοποιείτε από μέρους μας ώστε να υποδηλώσει την ίδια μας την ύπαρξη, θα είναι παράλογο και άτυπο να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα και για τον Θεό. Κι αυτό διότι Θεός και Άνθρωπος ως έννοιες, βάσει της θεολογίας, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες για τους λόγους που ήδη έχω προαναφέρει. Επομένως, δεν υπάρχει Θεός ούτε με την σημασιολογική έννοια της εν λόγω δήλωσης.
(*Αυτή η εγγραφή γράφτηκε με αφορμή ένα email που έλαβα προχθές όσον αφορά την εν λόγω δήλωσή μου, η οποία πιθανόν δεν έγινε κατανοητή από κάποιους αναγνώστες μου)
Τι σημαίνει ο όρος «Ορθοδοξία»;
Ο όρος Ορθοδοξία είναι ένας σύνθετος όρος που αποτελείται από τις δύο ελληνικές λέξεις «ορθό» που σημαίνει «σωστό» και «δόξα» που σημαίνει «γνώμη». Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία η έννοια της λέξης «δόξα» έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της λέξης «αλήθεια». Πρόκειται για μια βασική διαφορά τόσο στον τρόπο προσέγγισης όσο γενικότερα στις αντιθέσεις των δύο πολιτισμών, Βυζαντινού και Αρχαίου Ελληνικού, που αν και φαίνονται ίδιοι δεν είναι ίδιοι (=η δεύτερη μεγάλη αντίθεση της ελληνικής φιλοσοφίας μεταξύ του «φαίνεσθε» και του «είναι»). Αυτό δηλαδή που οι πρόγονοί μας διαχώριζαν από την αλήθεια ως έννοια αντίθετη, ακριβώς αυτό εμείς το δεχόμαστε ως την μόνη αλήθεια, που δεν χωρά κριτική και αμφισβήτηση.


