nespa-theories

η γνώση της άγνοιας είναι η αρχή της σοφίας

Η παρακμή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και ο Χριστιανισμός

Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνορωμαϊκού κόσμου ήταν η «πόλις» η οποία ήταν μια ημιαυτόνομη μονάδα στο σύστημα της κρατικής διοίκησης. Σύμφωνα με τον Παυσανία (Ελλάδας Περιήγησις Χ,4,1) μια πόλη χαρακτηρίζεται από δημόσια κτίρια, γυμνάσιο θέατρο, κρήνες, αγορά κ.λ. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, μετατράπηκαν σε μια ομοσπονδιακή οργάνωση πόλεων, οι οποίες σχημάτιζαν ένα σύνολο αστικών κοινοτήτων και είχαν ορισμένα χαρακτηριστικά που προέρχονταν από την μεταγενέστερη εποχή κατά την οποία οι έννοιες πόλη και κράτος ήταν ταυτόσημες. Η επιβίωση των αρχαίων πόλεων συντελέστηκε είτε μέσω της αλλαγής του ονόματος, είτε με αλλαγή της τοποθεσίας τους είτε τέλος με πολεοδομικές μεταμορφώσεις.

Από τον 6ο αιώνα, άρχισαν να υπολειτουργούν τα κοινωνικά κέντρα της Ύστερης Αρχαιότητας. Τα θέατρα, οι αθλητικές εγκαταστάσεις, η αγορά, τα βουλευτήρια, εγκαταλείφθηκαν επειδή είχε αλλάξει η κοινωνική ζωή των πόλεων. Η αγορά που ήταν το κέντρο των κοινωνικών εκδηλώσεων και της δημόσια ζωής έδωσε τη θέση της στις εκκλησίες. Η αγορά της πρώιμης βυζαντινής πόλης συνέχιζε να βρίσκεται στο ίδιο σημείο όμως δεν είχε καμία σχέση με την Αγορά της αρχαιότητας μιας και είχε απολέσει τον λειτουργικό της ρόλο. Η Βυζαντινή αγορά αφορούσε πλέον τον χώρο όπου αναπτύσσονταν οι εμπορικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστινιάνειο κώδικα (Διάταξη Ι,3,35) για να χαρακτηριστεί ένας αστικός οικισμός ως πόλη θα έπρεπε να είχε τον ίδιο επίσκοπο. Από τις εντολές που έδινε ο Ιουστινιανός στους επαρχιακούς του διοικητές για συντήρηση, βγαίνει το συμπέρασμα πως την θέση των δημόσιων κτισμάτων είχαν πάρει πλέον οι εκκλησίες.

Ο μαρασμός αυτός και η παρακμή των πόλεων δεν συνέβη όμως ομοιόμορφα σε ολόκληρη την αυτοκρατορία ούτε είχε μια και μοναδική αιτία. Οι σλαβικές επιδρομές, οι σεισμοί και οι λοιμοί σε συνδυασμό και με την χριστιανική άποψη που θέλει τον άνθρωπο να αποδίδει τις φυσικές καταστροφές και τις αρρώστιες στην οργή του θεού και να παραιτείται, ήταν μερικοί λόγοι ακόμη που οδήγησαν σε αυτή τους την παρακμή.

Μια άλλη αιτία ήταν ο αντίκτυπος της χριστιανικής εκκλησίας. Όπως οι αριστοκράτες των κλασσικών πόλεων ευεργετούσαν τη συντήρηση των δημόσιων κτισμάτων έτσι και οι ευγενείς χριστιανοί ευεργετούσαν κατά κύριο λόγο την εκκλησία με την παροχή δωρεών. Οι εκκλησίες, οι εκκλησιαστικοί ξενώνες- άσυλα και τα μοναστήρια νέμονταν τον πλούτο που κάποτε σπαταλιόταν για τα μεγάλα δημόσια μνημεία των κλασσικών πόλεων, ενώ τα μοναστήρια απαλλοτρίωναν τεράστιες εκτάσεις γης.

Η αρχή της παρακμής των δημόσιων ιδρυμάτων των κλασσικών πόλεων, συνδέεται με το κλείσιμο της πλατωνικής Ακαδημίας και άλλων φιλοσοφικών σχολών στην Αθήνα από τον Ιουστινιανό (529). Η ανώτατη εκπαίδευση, το βασικό στοιχείο της ζωής των αρχαίων πόλεων, καταδιώχθηκε από το χριστιανικό κράτος, καθώς τον 6ο μ.Χ. αιώνα η ιδεολογία της Εκκλησίας και του κράτους είχαν ενωθεί άρρηκτα. Τα δημόσια ιδρύματα στα οποία επιτέθηκε η Εκκλησία ήταν το θέατρο, τα λουτρά και η Αγορά, με όλη την πολιτική, κοινωνική, οικονομική της δραστηριότητα. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι συνδέονταν με την παγανιστική θρησκεία, και ότι δεν άρμοζαν στην ηθική και την ιδεολογία της Εκκλησίας.

Όσον αφορά το Θέατρο οι Πατέρες της εκκλησίας επιτέθηκαν περισσότερο από κάθε άλλο ίδρυμα με την κατηγορία πως ήταν «ανήθικο», με ποιο γνωστό τον ψόγο του Ιωάννη του Χρυσόστομου ο οποίος απαγόρευσε την είσοδο στην εκκλησία σε όσους παρακολουθούσαν θεατρικές παραστάσεις. Η χριστιανική αριστοκρατία δεν είχε πλέον κανένα λόγο να συντηρεί τα θέατρα μέχρι που ήρθε και η οριστική τους διακοπή από τον Ιουστίνο Α (518-527) ο οποίος κατήργησε τα θέατρα και εξόρισε τους ηθοποιούς. Έτσι τα «θεατρικά» θεάματα άλλαξαν ριζικά και η άποψη πως το θέατρο επέζησε μέχρι και τον Ύστερο Μεσαίωνα δεν είναι πλέον αποδεκτή.

Παρόμοια και τα Λουτρά, που φιλοξενούσαν τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις της ζωής στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, εξαιτίας το μένος της Εκκλησίας, μετατράπηκαν σε χώρους καθαρά θεραπευτικούς. Αφορμή ήταν το κυρίαρχο ασκητικό ιδεώδες του χριστιανισμού, σύμφωνα με το οποίο, ο άνθρωπος θα έπρεπε να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο πνευματικής ζωής, παραμελώντας τις ανάγκες του σώματος.

Το κείμενο αποτελεί περίληψη από την εργασία του Σπύρου Π. Παναγόπουλου (Υποψ. Διδάκτωρ Βυζαντινής Φιλολογίας και Τέχνης του Πανεπ. Πατρών)

Βλέπε περισσότερα ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΜΑΤΑ τεύχος 68, Δεκέμβριος 2007, σ.σ. 26-39

Μπορείτε να αγοράσετε το περιοδικό ή ολόκληρο το άρθρο από εδώ

Οκτωβρίου 15, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία | , , , , , , , , , , , , , | 4 σχόλια

Ελληνοορθοδοξία και Ελληνική Παιδεία: Το θέατρο του Παραλόγου;

Σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν πως ορθοδοξία και ελληνική παιδεία είναι στην ουσία ένα. Και τεκμήριο σε αυτή τους την άποψη φυσικά δεν θα μπορούσε να μην ήταν η άποψη πως η ορθοδοξία διέσωσε και συνέχισε τον ελληνικό πολιτισμό. Φυσικά αυτό λέγεται μέσα στο ευρύτερο θέατρο του παραλόγου, που από την μια θέλει «συμπόρευση» ελληνισμού-χριστιανισμού και από την άλλη θέλει πλήρη εξολόθρευση! Μετά από μία συζήτηση που είχα σήμερα το απόγευμα μου δημιουργήθηκαν μερικά ερωτήματα.

Μιλάμε για ορθοδοξία και ελληνική παιδεία. Πολλές φορές μάλιστα, ασυνείδητα ίσως, αναφερόμενοι στην ορθοδοξία την αποκαλούμε ως ελληνική θρησκεία. Διερωτώμαι λοιπόν αυτός ο σύνδεσμος «και» υποδηλώνει διαχωρισμό ή συνένωση τελικά; Και αν μιλούμε για συνένωση, μήπως τελικά και οι Σέρβοι, και οι Ρώσοι και γενικότερα όλοι οι ορθόδοξοι ανά τον κόσμο, είναι Έλληνες; Μήπως έχουν την «ελληνική» παιδεία σαν κι εμάς; Και αν υπάρχουν μη έλληνες ορθόδοξοι, μήπως η θρησκεία μας σήμερα δεν είναι ελληνική αλλά οικουμενική;

Πως νοείται η ανεξιθρησκία στο σημερινό ελληνικό κράτος όταν για να λειτουργήσει μια αλλόθρησκη εκκλησία πρέπει να υπογράψει ο ορθόδοξος μητροπολίτης; Μήπως έχει δικαιοδοσία σε όλες τις θρησκείες και τις αναγνωρισμένες αιρέσεις που αριθμούν σε μερικές χιλιάδες ανά τον κόσμο;

Είχα έναν γνωστό θεολόγο πριν χρόνια ο οποίος υποστήριζε μεταξύ άλλων πως οι αλλοδαποί που έρχονται στην Ελλάδα πρέπει οπωσδήποτε να εκπαιδευτούν στην ορθοδοξία. Δεν λέγω, μπορεί αυτός και μερικοί ακόμη να το θεωρούν πιθανόν «προνόμιο» για αυτούς τους ταλαίπωρους που έρχονται στην χώρα μας κυρίως για να βρουν δουλειά. Αλλά τους ρωτήσαμε ποτέ τους ίδιους αν το επιθυμούν;

Γνώρισα κάποτε έναν αλβανό, εδώ στην Καλαμάτα, όπου ο παπάς του υποσχέθηκε πως αν βαπτιζόταν χριστιανός θα τον βοηθούσε με τροφή και στέγη μέχρι αυτός να βρει δουλειά. Πράγματι ο αλβανός βαπτίστηκε και ο παπάς τηρώντας τον λόγο του, του έδωσε στέγη (κοιμόταν κάτω από μία σκάλα από όσο θυμάμαι) και του πήγαινε φαγητό κάθε μεσημέρι και βράδυ (να ναι καλά ο άνθρωπος). Όμως οι φίλοι του που τον επισκέπτονταν συχνά, είχαν βρει μιαν άλλη διέξοδο σε κάποια αίρεση. Του τάξανε εργασία, του έδιναν περιοδικά στη γλώσσα του και εννοείται τα αυτονόητα: τροφή και στέγη. Ο νεαρός το σκεφτότανε σοβαρά να “μεταγραφεί” στη νέα αίρεση αλλά φοβότανε κιόλας μην φανεί αχάριστος. Σήμερα δεν γνωρίζω που βρίσκεται, αλλά σημασία δεν έχει σε τι θρησκεία αυτός πλέον ανήκει. Σημασία έχει γιατί κάποιος πρέπει να αλλαξοπιστήσει για να βρει εργασία, συμπόνια και προστασία; Μήπως αυτός ο αλβανός και ο κάθε μετανάστης θα νιώσει ποτέ έλληνας; Θα μετέχει της ελληνικής παιδείας; Ή απλά θα επιδιώξει να γίνει έλληνας υπήκοος; Και αν θεωρείται πως αυτό το παράδειγμα είναι παράδοξο και ακραίο, τι γνώμη θα είχατε για τον καθολικό αμερικάνο ή γερμανό ο οποίος ερωτεύεται την Ελλάδα και αποφασίζει να έρθει να μείνει εδώ για πάντα; Μήπως κι αυτός πρέπει να γίνει ορθόδοξος για να ενταχθεί στην κοινωνία;

Θέλω να πω πως αν οι ίδιοι μας δεν δούμε ως διαφορετικές έννοιες την θρησκεία και το κράτος, μην περιμένουμε ποτέ στην πράξη να έρθει η ανεξιθρησκεία στην οποία αναφέρεται το σύνταγμά μας. Όσο τα θρησκευτικά είναι υποχρεωτικά και αφορούν μόνο την διδασκαλία της ορθοδοξίας, δεν πρόκειται ποτέ να απαλλαγούμε από την σκιά της προκατάληψης, του φόβου προς τον ξένο μετανάστη και γενικότερα θα καλλιεργούμε ένα κλίμα μισαλλοδοξίας μέσα στο ίδιο μας το κράτος. Μήπως τελικά δεν φταίει η θρησκεία καθαυτή για την νεοελληνική διχόνοια, αλλά η φανατική προσκόλλησή μας σε αυτήν;

Αυγούστου 19, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | θρησκεία, σκέψεις | , , , , , , , , , , | 3 σχόλια

Λίγο πριν την «Ανατολή» …έρχεται η «Δύση»

Ας υποθέσουμε πως ζούμε γύρω στο 1000π.Χ. Η επιστήμη βρίσκεται σε αρχέγονο στάδιο, η τεχνολογία δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη και εμείς ζούμε στην ξύλινη, ενισχυμένη με πυλό, καλύβα μας. Παρατηρούμε τον ήλιο καθώς δύει πίσω από τα βουνά και βλέπουμε την θάλασσα να χρυσίζει. Η μυθολογία με τους ανθρωπόμορφους θεούς της μας έχει διδάξει πάρα πολλά: Για τις εποχές, τη βροχή, τον ήλιο και ότι μπορούμε και βλέπουμε τριγύρω μας. Ότι μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Όμως έχουμε μια ανάγκη: Είμαστε άνθρωποι και είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε και εμείς μέρος αυτού του κόσμου. Αν και γνωρίζουμε πως ότι αφορά την γεωργία της Γης εξαρτάτε από την θεά Δήμητρα, θέλουμε και εμείς να δώσουμε το στίγμα μας ως άνθρωποι. Να πούμε πως δεν είμαστε απλοί παρατηρητές, αλλά ζωντανοί και ενεργοί άνθρωποι, που συμβάλουμε στα του κόσμου. Έτσι λαβαίνουμε μέρος στις θρησκευτικές τελετές που αναπαριστούν τους μύθους και μας δίνουν την δυνατότητα να ενεργήσουμε και εμείς με θυσίες, χορούς και γιορτές.

Οι μύθοι είναι η μόνη αλήθεια που εμείς γνωρίζουμε, κατανοώντας με αυτόν τον τρόπο την φύση, τον κόσμο και την θέση μας ανάμεσα στα βουνά και στα δέντρα, στα ζώα και τους ανθρώπους, ανάμεσα στον ήλιο και την γη. Έτσι, καθώς τα πόδια μιας πατούν γερά στην γη, τα μάτια μας υψώνονται ψηλά στον ουρανό, όπου ζουν οι θεοί μας οι οποίοι κινούν τα νήματα της γνώσης και της σοφίας.

Αν ξάφνου βλέπαμε ένα αεροπλάνο στον ουρανό, θα μας εντυπωσίαζε και θα προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε τι είναι, πως πετάει και ποιος είναι ο σκοπός του. Επειδή θα ήταν άγνωστο για εμάς: δεν υπήρχε μύθος που να μας δίδει εξηγήσεις. Ενώ για τα δέντρα, τα βουνά, τους ανθρώπους και τα ζώα, την γη, τον ουρανό και τα άστρα ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε. Γνωρίζαμε την εξήγηση που μας έδιναν οι μύθοι και οι θεοί μας. Έτσι καθώς κοιτούσαμε τον ήλιο να χάνεται αργά και σταθερά πίσω από τα βουνά, μια σκιά απλώθηκε ολόγυρα γύρω από την καλύβα μας. Και εμείς αργά σαν τον ήλιο, σηκωθήκαμε και μπήκαμε μέσα. Πέσαμε να κοιμηθούμε στο ξύλινο αχυρένιο κρεβάτι μας.

Εκείνο το βράδυ πέρασαν με μιας 400 ολόκληρα χρόνια από πάνω μας, λες και είχαμε πέσει σε έναν ύπνο διαρκείας. Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε και όπως συνηθίζαμε, βγήκαμε έξω από την καλύβα μας να δούμε την ανατολή. Όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα, παρότι ήταν τόσο γνώριμα τα φαινόμενα που βλέπαμε. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Όμως καθώς οι ηλιαχτίδες φώτιζαν όλο και περισσότερο την φύση γύρω μας, μια σκιά διακρίναμε από μακριά. Ήταν ο Θεός Απόλλωνας, ο οποίος μας έκανε την τιμή να μας επισκεφτεί. Ο Θεός κάθισε στην αυλή μας και δίχως να βγάλει μιλιά, μας άφησε να τον δούμε προσεκτικά. Το πρόσωπό του. Τα φρύδια του. Τα πόδια τους με τα όμορφα σανδάλια. Το λευκό φόρεμά του. Ήταν κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί πρωτίστως. Και μας εντυπωσίασε σαν να βλέπαμε αεροπλάνο.

Έμοιαζε τόσο πολύ με άνθρωπος ο Θεός που μας έβαλε σε σκέψη: Μήπως δεν είναι ο Απόλλωνας, σκεφτήκαμε. Μήπως η φαντασία μας του έδωσε το όνομα αυτό και τον τίτλο Θεός; Δίχως να μας πει κάτι ο επισκέπτης, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος όπου χάθηκε ακριβώς όπως και εμφανίστηκε. Από εκείνη την μέρα και έπειτα η σοφία διαχωρίστηκε από τον μύθο. Η θρησκεία έμεινε πιστή στον μύθο αλλά οι ερωτήσεις μας και οι απορίες ξανά διατυπώθηκαν από την αρχή. Εκείνη την ημέρα ο ήλιος ανέτειλε για πρώτη φορά, όχι ως θεός, μα σαν άστρο του ουρανού. Τότε ο χρόνος άρχισε σιγά σιγά να κυλά. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η φιλοσοφία…

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | σκέψεις, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Black Μπεεε – Η ταινία που πρέπει να δείτε!!!

Ποσειδωνιάται
Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ’ τον ελληνισμό.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Υπόθεση:

Με πρωταγωνιστές τον Αίγισθος από την Cuma της Ιταλίας και το Στάθη από την Κύμη Ευβοίας, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός με αφορμή το ποίημα του Καβάφη ταξιδεύει στην Νότια Ιταλία αναζητώντας τις ελληνικές ρίζες της.

Η Ποσειδωνία αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας. Το 79μ.Χ. όμως εξαιτίας του ηφαιστείου του Βεζούβιου, θάβεται ολόκληρη η πόλη κάτω από στάχτες και λάβα. Μετά από 1700 περίπου χρόνια οι Ιταλοί ξεθάβουν την αρχαία πόλη του Ερκολάνο. Μαζί ανακαλύπτεται και η περίφημη «Βίλα των Παπύρων». Εκτός από τα αγάλματα, εκεί βρέθηκαν και 2000 πάπυροι αρχαίων ελληνικών κειμένων, που στην πλειοψηφία τους αφορούν κείμενα Επικούρειας Φιλοσοφίας. Η ανακάλυψη αυτών των παπύρων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του αρχαίου κόσμου. Σήμερα φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Νεαπόλεως, όπου και εξετάζονται από αρχαιολόγους, παπυρολόγους και φιλόλογους που έχουν σταλεί από ολόκληρο τον κόσμο για να τους μελετήσουν, φυσικά εκτός της Ελλάδας! Και το χειρότερο είναι, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ότι στην Ελλάδα το γεγονός αυτό το αγνοούν σχεδόν οι πάντες.

Ο λόγος οφείλεται στις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες που κουβαλούν οι Έλληνες δύο χιλιετίες τώρα, προσπαθώντας κάποιοι να μας πείσουν ότι είναι μία. Όμως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία και την φιλοσοφία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα το ελεύθερο πνεύμα να είναι φυλακισμένο στα θρησκευτικά δόγματα. Χρόνια τώρα εκπρόσωποι των θρησκευμάτων μαζί με τον «δεξιό» και «αριστερό» ψάλτη έκοψαν και εξαφάνισαν ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας μας. Διότι δεν πρέπει εμείς οι σημερινοί έλληνες να μάθουμε για τα εγκλήματα που έγιναν κάποτε και εννοείται πως δεν πρέπει να μάθουμε για τους προγόνους μας. Έτσι αν και η επίσκεψη στην Ακρόπολη μπορεί να αποτελεί για τον νεοέλληνα, λόγο για να λιαστεί, να φωτογραφηθεί, να προσευχηθεί, να ζωγραφίσει κ.λ., μια φορά τον χρόνο όμως, όλοι μαζεύονται στου Φιλοπάππου και στην Ακρόπολη για να γιορτάσουν την Καθαρή Δευτέρα. Έχουν την συνήθεια, όπως οι Πωσειδωνιάτες να αναβιώνουν τα παλιά τους έθιμα και να θυμούνται πως κάποτε ήταν Έλληνες.

Με αυτό το μικρό απόσπασμα, η ταινία του Θ. Μαραγκού αποτελεί ένα ιστορικά τεκμηριωμένο ντοκιμαντέρ, όχι μονάχα για τον πολιτισμό που χάσαμε, όχι μονάχα για τις επιθέσεις και τα εμπόδια που θέτει η εκκλησία εδώ και 2000 χρόνια, αλλά κυρίως την ελληνική παιδεία των Ιταλών. Ο σκηνοθέτης μένει έκπληκτος από την παραδοσιακή μουσική που παραμένει ίδια 2000 και πλέον χρόνια με την μουσική των αρχαίων τοιχογραφιών, μένει έκπληκτος από την ελληνική παιδεία των Ιταλών, από το γεγονός ότι μαθαίνουν ελληνικά και φυσικά από τα πολλά ελληνικά ονόματα που χρησιμοποιούν. Ένα ταξίδι τόσο στην ελληνική εκπαίδευση των ιταλών μαθητών όσο κυρίως στους τρόπους και στις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για να μπορέσουν να διαβαστούν οι πάπυροι του Ερκολάνο, αποτελεί το κυρίως θέμα της ταινίας-ντοκιμαντέρ με τον ευρηματικό τίτλο «Black Μπεεε». Η ανάγνωσή τους φυσικά αποκάλυψε πως οι πάπυροι δεν ήταν τελικά θρησκευτικά κείμενα όπως πίστευαν αρχικώς οι Αμερικάνοι, αλλά κείμενα στην πλειοψηφία τους που αφορούσαν την επικούρεια φιλοσοφία.

Η Επικούρεια φιλοσοφία η οποία δημιουργεί και πονοκέφαλο στην εκκλησία μας, μιας και από πολλούς σήμερα θεωρείται ως η βάση της Αθεΐας, αμφισβητεί το Θεό ενισχύοντας παράλληλα την αγάπη για τη ζωή και τις απολαύσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που πιθανόν να μην ακούσαμε τίποτα για αυτήν την σπουδαία ανακάλυψη που έγινε πριν από 250 και πλέον χρόνια. Φυσικά όταν οι Ιταλοί έμαθαν πως το κινηματογραφικό συνεργείο ήταν ελληνικό, εκπλαγήκανε!

Σε γενικές γραμμές είναι ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ που δικαίως απέσπασε το δεύτερο κρατικό βραβείο τεκμηρίωσης στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2005. Είναι μια ταινία-ντοκιμαντέρ που θα δημιουργήσει ένα συναίσθημα μελαγχολίας στον σύγχρονο έλληνα, λησμονώντας αυτό που είχε και αυτό που έχασε.

Περισσότερες πληροφορίες: Μπορείται να αγοράσεται την ταινία από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο «Βερέττας» www.verettas.gr

Δείτε επίσης:

http://tgiorgos.blogspot.com/2008/06/black.html

http://www.filmfestival.gr/2005/index.php?page=filmdetails&ln=gr&box=greekl&id=72

http://cinema.ert.gr/cinema_movies_details.asp?ID=222316

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ταινίες | , , , , , , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο

Χριστιανισμός και Φιλοσοφία. Είναι η Ορθοδοξία Αληθινή;

«Να προσέχετε: Ίσως υπάρξει κάποιος που θα σας αρπάξει ως λεία του μέσω της φιλοσοφίας και της κενής απάτης σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων, σύμφωνα με τα στοιχειώδη πράγματα του κόσμου και όχι σύμφωνα με τον Χριστό»

Απ. Παύλος -Προς Κολοσσαείς Επιστολή 2:8

Αυτή η δήλωση του Απ. Παύλου σίγουρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα κείμενα αυτού του μπλογκ. Φυσικά, παραθέτοντας αυτό το χωρίο δεν θέλω να υποστηρίξω την άποψη του Απ. Παύλου. Παρόλα αυτά όμως, το παραπάνω χωρίο έρχεται σε αντίθεση όχι μονάχα με τους φιλοσόφους και τους άθεους, αλλά πρωτίστως με την ίδια την ιστορία της εκκλησίας.

Φυσικά, αυτή η δήλωση του Απ. Παύλου αποτέλεσε ουσιαστικά την βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο μετέπειτα φασιστικός και ανορθόδοξος ιερός πόλεμος των χριστιανών έναντι των εθνικών, έναντι της Ελλάδας και του πολιτισμού αυτής. Όμως, πριν ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος, υπήρξε μια ιστορική αλληλοεπίδραση. Μια αλληλοεπίδραση που για τον Απ. Παύλο ήταν αδιανόητη!

Ο λόγος, για τον εξελληνισμό του χριστιανισμού. Σας παραθέτω λοιπόν μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο ιστορίας που είχα στην Α Λυκείου, οι οποίες εξυμνούν ως κατορθώματα αυτά που η Αγία Γραφή καταδικάζει! Το βιβλίο έχει τον τίτλο «Η Πολιτισμική Προσφορά του Ελληνισμού -; Από την Αρχαιότητα ως την Αναγέννηση» εκδόσεις ΟΕΔΒ.

«Ελληνικό Πνεύμα και Χριστιανισμός αλληλοεπηρεάζονται, ύστερα από αψιμαχίες. Μέχρι το τέλος του 3ου αιώνα η μεγάλη σύνθεση Ελληνισμού – Χριστιανισμού είχε συντελεστεί» -σελ.207

«Οι απολογητές και οι Πατέρες της εκκλησίας επηρεάστηκαν περισσότερο από την Στωική φιλοσοφία και τον Νεοπλατωνισμό.» -σελ.210

«Ο Ιουστίνος εκπροσωπεί ένα νέο τύπο χριστιανού, όπου η πλατωνική φιλοσοφία αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι σκέψεις του απολογητή. Επιπρόσθετα ο απολογητής Θεόφιλος θέτει τις βάσεις της τριαδικής θεολογίας στηριζόμενος κυρίως στην μελέτη των ελλήνων ιστορικών» -σελ.211,212

«Ο Ιγνάτιος με ελληνική επιχειρηματολογία και εικόνες εισάγει μια νέα διάσταση στα πράγματα και στην ζωή των Χριστιανών». -σελ.214

«Οι πρώτες καλλιτεχνικές απόπειρες ήταν διακοσμημένες με στοιχεία από τον ειδωλολατρικό ελληνικό ιδεώδες» -σελ.219

«Οι τέσσερις πατέρες της εκκλησίας του 4ου αιώνα (ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Μέγας Βασίλειος, ο επίσκοπος της Νύσσης Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος), συνεισφέρουν στην χριστιανική σκέψη τη φιλοσοφική θεώρηση και την ελληνική καλλιέπεια, κατακτήσεις που είχαν πραγματοποιήσει με την σπουδή τους στους κόσμους της αρχαίας φιλοσοφίας, ιδιαίτερα της πλατωνικής και της ρητορικής» -σελ.240

Φυσικά υπάρχουν ακόμη πάρα πολλά παραδείγματα στο βιβλίο αυτό αλλά μου είναι λιγάκι δύσκολο να σας τα παραθέσω όλα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο χριστιανισμός μεταλλάχτηκε προσαρμόζοντας την ελληνική φιλοσοφία στην θρησκεία. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η Αγία Γραφή δεν χρησιμοποιείται στην εκκλησία αλλά ούτε και από τους χριστιανούς. Διότι η εκκλησία σήμερα στηρίζεται στα πατερικά βιβλία της, κι αν γίνεται κάποια υποτυπώδη αναφορά σε εδάφια της Βίβλου, είναι για να κρατά τα προσχήματα! Αυτός δε είναι και ο λόγος της εμφάνισης τόσων εκατομμυρίων αιρέσεων στο ρου της ιστορίας.

Και όπως θα καταλάβατε άλλο επίδραση από το ελληνικό πνεύμα και άλλο το ελληνικό πνεύμα αυτό καθ’ αυτό. Διότι η χριστιανική Ελλάδα δεν αποτελεί την πολιτισμική συνέχιση του ελληνισμού. Όπως ακριβώς και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αν και υιοθέτησε πολλά στοιχεία από τους έλληνες, δεν αποτέλεσε την συνέχιση του πολιτισμού της πρώτης. Και αν πιστεύεται πως η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν ελληνική εξαιτίας της γλώσσας (η οποία παρεμπιπτόντως ήταν διαφορετική από την κλασσική αρχαία ελληνική γραφή και δεν την γνώριζε ο πολύς λαός) το βιβλίο μας δίδει την απάντηση: «η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε το μέσο επικοινωνίας και εργαλείο της προσπάθειας για την διάδοση του λόγου του Χριστού σε οικουμενικά πλαίσια». Δηλαδή αν ο χριστιανισμός γεννιότανε στις ημέρες μας, θα χρησιμοποιούσε την αγγλική γλώσσα. Αυτά τα ολίγα επί του θέματος.

Κι έτσι για κλείσιμο διάλεξα ένα μικρό απόσπασμα του μυθιστορήματος «μ.Χ.», του συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη (εκδόσεις Εξάντας):

«Ο χριστιανισμός δεν συνεχίζει την αρχαιότητα, απλά την ακολουθεί όπως η νύχτα ακολουθεί τη μέρα. Η θεολογία αναιρεί τη φιλοσοφία. Η πρώτη απαντά σε όλα, ενώ η δεύτερη ξέρει κυρίως να ρωτά».

Νομίζω αυτά τα λόγια εξηγούν τα πάντα…

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία | , , , , , , , , , , | 4 σχόλια

Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο – Κορνήλιος Καστοριάδης

ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΑΣ

Κορνήλιος Καστοριάδης
διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994
δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994

Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.

Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.

Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.

Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’; αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.

Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.

Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.

Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.
Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.

Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’; αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.

Η περίπτωση της δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’; αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’; αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.

Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικέννα και τον Αβερρόη.

Για τους δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.

Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινο-κάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες γέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου. Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.

Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Γιατί δεν υπάρχει Θεός Σημασιολογικά;

«Αν υπάρχει Θεός δεν υπάρχω, κι αν υπάρχω δεν υπάρχει Θεός»*. Η έννοια αυτής μου της φράσης έγκειται στην ίδια την σημασία της λέξης «υπάρχω». Το ότι υπάρχω εγώ προσωπικά σημαίνει ότι υφίσταμαι ως ζωντανός οργανισμός. Αυτή η λέξη ως έννοια φτιάχτηκε από ανθρώπους και αφορά τον κόσμο που τους περιβάλλει -και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Θεό. Αφενός μεν διότι ακόμη κι αν δεχθούμε την πιθανότητα ο Θεός να δημιούργησε τον υλικό κόσμο, αυτός παραμένει εκτός ύλης, εκτός νοητού και εκτός χρόνου και αφετέρου διότι οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό του, χρησιμοποιώντας ανθρώπινη ορολογία, περνά στα όρια της ειδωλολατρίας. Αν λοιπόν η έννοια της λέξης «υπάρχω» χρησιμοποιείτε από μέρους μας ώστε να υποδηλώσει την ίδια μας την ύπαρξη, θα είναι παράλογο και άτυπο να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα και για τον Θεό. Κι αυτό διότι Θεός και Άνθρωπος ως έννοιες, βάσει της θεολογίας, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες για τους λόγους που ήδη έχω προαναφέρει. Επομένως, δεν υπάρχει Θεός ούτε με την σημασιολογική έννοια της εν λόγω δήλωσης.

(*Αυτή η εγγραφή γράφτηκε με αφορμή ένα email που έλαβα προχθές όσον αφορά την εν λόγω δήλωσή μου, η οποία πιθανόν δεν έγινε κατανοητή από κάποιους αναγνώστες μου)

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | θρησκεία, σκέψεις | , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Τι σημαίνει ο όρος «Ορθοδοξία»;

Ο όρος Ορθοδοξία είναι ένας σύνθετος όρος που αποτελείται από τις δύο ελληνικές λέξεις «ορθό» που σημαίνει «σωστό» και «δόξα» που σημαίνει «γνώμη». Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία η έννοια της λέξης «δόξα» έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της λέξης «αλήθεια». Πρόκειται για μια βασική διαφορά τόσο στον τρόπο προσέγγισης όσο γενικότερα στις αντιθέσεις των δύο πολιτισμών, Βυζαντινού και Αρχαίου Ελληνικού, που αν και φαίνονται ίδιοι δεν είναι ίδιοι (=η δεύτερη μεγάλη αντίθεση της ελληνικής φιλοσοφίας μεταξύ του «φαίνεσθε» και του «είναι»). Αυτό δηλαδή που οι πρόγονοί μας διαχώριζαν από την αλήθεια ως έννοια αντίθετη, ακριβώς αυτό εμείς το δεχόμαστε ως την μόνη αλήθεια, που δεν χωρά κριτική και αμφισβήτηση.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | θρησκεία, σκέψεις | , , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Τι είναι πραγματικά Όμορφο;

Πριν μερικά χρόνια καθώς ανέβαινα για τη γιορτή του Πρ. Ηλία στην κορυφή του Ταϋγέτου, γνώρισα έναν μεσήλικα άνδρα από την περιοχή της Μάνης. Λέγοντάς του λοιπόν ότι η πορεία ήταν μαγευτική εκείνος αποκρίθηκε απαντώντας μου: «Πράγματι, ο Θεός μας έπλασε έτσι ώστε στο κάθε τι να αναγνωρίζουμε το μεγαλειώδες έργο του». Οπότε κι εγώ του είπα: «Θεωρείς αλήθεια πως υπάρχει Θεός»; Εκείνος φυσικά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Οπότε κι εγώ τον ξαναρώτησα: «Τι είναι αυτό που σε κάνει να θεωρείς ψέμα τα επιστημονικά ευρήματα της προϊστορικής αρχαιολογίας για τον άνθρωπο του Νεάντερταλ, την κλωνοποίηση, την εξέλιξη και τόσα άλλα;» Εκείνος με ένα ύφος σιγουριάς μου λέει «Μα δεν χρειάζομαι να ψάξω στα μονοπάτια της επιστήμης για να αντιληφτώ ότι υπάρχει Θεός».

Τότε πρόσεξα ότι φορούσε γυαλιά πρεσβυωπίας. Γυαλιά φορούσα όμως κι εγώ. Οπότε του λέω «Θεωρείς πως αυτό που βλέπεις είναι όμορφο. Όπως επίσης κι αυτό που βλέπω κι εγώ θεωρώ πως είναι όμορφο. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε και οι δύο είναι αληθινά όμορφο. Δώσε μου για μια στιγμή τα γυαλιά σου και πάρε τα δικά μου».

Ο άνδρας πράγματι έβγαλε τα γυαλιά του και μου τα έδωσε. Εκείνος φόρεσε τα δικά μου και εγώ τα δικά του. Μου λέει «πρέπει να έχεις πολύ μικρό βαθμό, διότι δεν βλέπω τίποτε». Κι εγώ του λέω «Μάλλον, διότι ούτε εγώ βλέπω καλά». Έτσι αλλάξαμε ζευγάρια γυαλιά παίρνοντας ο καθένας και πάλι τα δικά του. Οπότε του λέω. «Βλέπεις λοιπόν; Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικά ωραίο έχει να κάνει με τα δικά μας γυαλιά. Όχι με τα γυαλιά κάποιου άλλου. Για αυτό ποια η διαφορά του να γνωρίζεις την αλήθεια δίχως να έχεις εξετάσει το ψέμα; Αν δεν ξέρεις το ψέμα δεν μπορείς να υποστηρίξεις το αληθινό ως αληθινό. Έτσι δεν είναι»;

Ο κόσμος της γνώσης μπορεί να παρομοιαστεί με ένα όμορφο φυσικό τοπίο. Σε κάποιους αρέσουν τα δέντρα και σε άλλους τα ρυάκια. Άλλοι αρέσκονται στο να κόβουν όμορφα λουλούδια ενώ άλλους τους φέρνουν αλλεργία.

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | θρησκεία, φιλοσοφία | , , , , , , , , , , , , , , , | No Comments Yet

Αρχαία Ελληνική Θρησκεία – Ήταν Θρησκεία;

Δεν ήταν λίγες οι φορές που με προβλημάτισε η σκέψη ότι όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι ακολουθούν κάποιο θρησκευτικό δόγμα, αδιαφορώντας για την επιστήμη, την έρευνα και γενικότερα την σκέψη, το προνόμιο που μόνον ο άνθρωπος μπόρεσε να εκμεταλλευτεί επαρκώς. Από την άλλη πλευρά δεν ήταν λίγες οι φορές που έπεσα επάνω σε συζητήσεις και ειδησεογραφικά ρεπορτάζ που αφορούσαν την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, που σήμερα φαντάζει εκτός από πεπαλαιωμένη, μα και τελείως κωμική!

Σίγουρα δεν γνωρίζω ακόμη επαρκώς το όλο θέμα της θρησκείας, όπως και τα επιμέρους θέματα που αφορούν τόσο το χριστιανισμό όσο και το δωδεκαθεϊσμό -δωδεκαθεϊσμό όχι με την σύγχρονή του μορφή, αλλά με αυτή τη μορφή που μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε μέσα από την μελέτη της ιστορίας μας.

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που αναρωτήθηκαν, όσον αφορά την αρχαία ελληνική θρησκεία, το πως ένας λαός ο οποίος γέννησε την φιλοσοφία, την γεωμετρία και την τραγωδία, έμεινε δέσμιος μιας πολυθεϊστικής θρησκείας, η οποία εν τέλει δεν ταίριαζε με το επίπεδο διανόησης που είχαν καταφέρει οι αρχαίοι έλληνες. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε βέβαια, σε τέτοιου είδους προβληματισμούς, είναι η έννοια γενικότερα της θρησκείας, που ενίοτε σημασιολογικά παίρνει και την έννοια της πίστης, μιας πίστης σε ένα θεό, πίστης στο υπερφυσικό, το ιερό, αυτό που ο άνθρωπος για να μπορέσει να κατανοήσει θα πρέπει να το προσεγγίσει μόνο δια του προσωπικού του «θέλω».

Έτσι, πολλοί κριτικοί της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, την κρίνουν από την θέση της σημερινής κοινωνίας, μιας κοινωνίας χριστιανικής και γενικότερα μονοθεϊστικής, η οποία είναι εξοικειωμένη με ιδέες όπως η γέννηση από μία παρθένο, η ανάσταση των νεκρών και η ζωή μετά τον θάνατο. Ιδέες που διόλου δεν ταιριάζουν με το επίπεδο της σύγχρονης διανόησης, επιστήμης και τεχνολογίας.

Αυτή σίγουρα η προσέγγιση, της κριτικής μιας αρχαίας θρησκείας με τα μέτρα και τα σταθμά του σύγχρονου χριστιανισμού, δεν μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική κριτική στο όλο ζήτημα, παρά μόνον ίσως μια υποτυπώδη αντιπαράθεση, που και πάλι θα αντικατοπτρίζει καθαρά τις θέσεις αυτού που την παραθέτει, αυτού δηλαδή του οποίου υπερισχύει η άποψη.

Ο μόνος τρόπος για να κάνουμε μια ουσιαστική συζήτηση επάνω στο θέμα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, είναι να κρίνουμε την θρησκεία αυτή με τα μέτρα και τα σταθμά της τότε εποχής. Δηλαδή: Πως έβλεπαν οι αρχαίοι έλληνες -κατά προσέγγιση πάντοτε- την θρησκεία τους; Τι ρόλο έπαιζε η θρησκεία στην αρχαία κοινωνία; κ.τ.λ.

Ο Αριστοτέλης, συγγραφέας και φιλόσοφος των ύστερων χρόνων, παρατηρεί πως: «αν ένας εκ των φίλων απομακρυνθεί από τον άλλο για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως ο θεός από τον άνθρωπο, δεν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία μεταξύ τους». Αυτή η τόσο απλά διατυπωμένη παρατήρηση του Αριστοτέλη έρχεται σε πλήρη αντίθεση όχι απλά με τον χριστιανισμό, ή τον ιουδαϊσμό για παράδειγμα, αλλά γενικότερα με την ευρύτερη έννοια του όρου θρησκεία (όπως τουλάχιστον ερμηνεύεται στις ημέρες μας). Κι αυτό γιατί ο κάθε χριστιανός, όπως κι ο κάθε μουσουλμάνος και γενικότερα ο κάθε σύγχρονος μονοθεϊστής πιστός της εκάστοτε θρησκείας, θέλει και νιώθει φίλος με τον θεό στον οποίο πιστεύει. Όμως, στην πραγματικότητα, ενώ ο πιστός αγαπά ειλικρινά και αυθόρμητα τον Θεό, ακόμη και αν πέσει επανειλημμένα σε αμαρτήματα που ο ίδιος γνωρίζει πως δεν τα επιθυμεί ο θεός του, συνεχίζει να τον αγαπά με τον ίδιο ζήλο, εν αντιθέσει με τον θεό, ο οποίος αγαπά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες είναι ρητά διατυπωμένες στον θεόπνευστο λόγο του -την Βίβλο.

Έτσι λοιπόν, ένα από τα βασικά στοιχεία που προϋποθέτει μια θρησκεία ως θρησκεία, με την έννοια που της αποδίδουμε στις ημέρες μας, η φιλία του ανθρώπου με τον θεό, όχι μονάχα δεν συναντάτε στην αρχαία Ελλάδα αλλά θεωρείται και παράλογη για τον πιστό του παρελθόντος στο δωδεκάθεο.

Ένα άλλο στοιχείο που αφορά τον θεό ή τους θεούς γενικότερα των αρχαίων ελλήνων είναι αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ των θεών και του ανθρώπου, αυτή η άπειρη απόσταση που τους διαχωρίζει στην μονοθεϊστική πίστη, η οποία δεν συναντάται αλλά και δεν νοείται να υπάρξει στους αρχαίους Έλληνες. Αν και οι θεοί στην αρχαία Ελλάδα είναι σαφώς ανώτεροι από τους θνητούς ανθρώπους, δεν ανήκουν σε κάποιον αντι-κόσμο εννοιολογικά, έξω από το νοητό σύμπαν και πέραν της ύλης που μπορούμε να αντιληφθούμε, εκτός χρόνου και τόπου όπως νοείται ο θεός με την ερμηνεία της σύγχρονης και καθαρά μονοθεϊστικής άποψης. Επομένως, ούτε αυτό το βασικό σημείο που προϋποθέτει μια θρησκεία ως θρησκεία εννοιολογικά, δεν υπάρχει στην αρχαία Ελλάδα.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που είπαν πως η αρχαία ελληνική θρησκεία, δεν ήταν θρησκεία. Και αν η κριτική αυτή γίνει από την σύγχρονη ματιά, που η ερμηνεία της λέξης έχει πάρει μια χριστιανική-μονοθεϊστική χροιά, τότε σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «θρησκεία του δωδεκαθεϊσμού». Θεωρώ πως μία θρησκεία θα ήταν ωφέλιμη αν όπως ο αρχαίος δωδεκαθεισμός, δεν επέβαλε στους πιστούς να την ασπάζονται με την έννοια του «ο θεός σε έφτιαξε ελεύθερο να αποφασίσεις αν θα τον ακολουθήσεις, αλλά αν δεν τον ακολουθήσεις σημαίνει ότι δεν είσαι καλός, δεν αγαπάς, δεν, δεν, δεν …;» που πάντα καταλήγει στην γνωστή φράση «θα καταστραφείς από τον θεό», δηλαδή ακριβώς το άλλο άκρο της αγάπης, το άλλο άκρο της λογικής.

Ένας θεός, που είναι το άλλο άκρο της κριτικής και της σκέψης -ως σκέψη καθ’ αυτή, χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης και διαλόγησης, που εν τέλει δεν συνάγουν με την ελευθερία που της αποδίδει η θεολογία της εκάστοτε μονοθεϊστικής θρησκείας.

Θεωρώ πως είναι εύκολο να κρίνεις την θρησκεία όσο αποτελείς μέρος αυτής. Διότι από την θέση αυτή τίποτε δεν διακρίνεται ως παράλογο και όλα φαίνονται λογικά. Διότι όλα στηρίζονται στον θεμέλιο λίθο που αποκαλείται «πίστη». Πίστη στο θεό, πίστη στο υπερφυσικό, πίστη στο θείον, πίστη εν τέλει σε αυτό που θέλω να πιστέψω. Όμως, υπάρχει μια λεπτομέρεια: Δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτή η προσέγγιση ως κριτική, ούτε ως ερμηνεία, παρά μόνον ως ένας τρόπος διαπίστευσης, ένας εσωτερικός μηχανισμός ο οποίος θα καθησυχάσει την συνείδηση του πιστού με αυτό που πραγματικά περιμένει και συνάμα θέλει να ακούσει.

Αυτή είναι κατά την γνώμη μου και η τελευταία διαφορά του δωδεκαθεϊσμού με την σύγχρονη έννοια της θρησκείας, ερμηνευμένη με την μονοθεϊστική αντίληψη. Είναι η διαφορά εκείνη που απάλλαξε τους αρχαίους έλληνες από τον φόβο των θεών. Διότι δεν τους επετράπη να πιστέψουν πως ήταν ο περιούσιος λαός των θεών, που αγαπούσαν οι θεοί αποκαλύπτοντάς τους την μοναδική αλήθεια! Είναι η διαφορά της συνειδητοποίησης του θανάτου, του γεγονότος ότι δεν θα υπάρχω, που το ερμηνεύω ως αποδοχή της αλήθειας -ως την πλέον μοναδική ερμηνεία για τον κόσμο, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Διότι αυτές οι αντιλήψεις, όσο και αν ακούγονται ίσως πεπερασμένες, αποτελούν κατά την γνώμη μου την ψυχική πηγή των αρχαίων προγόνων μας για δημιουργία, για φιλοσοφία, για έρευνα επάνω στην επιστήμη και την τεχνολογία (μια τεχνολογία που δεν γνωρίζουμε, παρά ελάχιστα).

Είναι κατά την γνώμη μου η διαφορά που έγκειται μεταξύ αρχαίων και σύγχρονων πολιτισμών: η παραμέληση της μέγιστης σημαντικότητας, για εμένα της φύσης ως Φύσης, αφού ο ίδιος ο θεός διαβεβαιώνει στις μονοθεϊστικές θρησκείες πως ο άνθρωπος είναι το «αφεντικό» της φύσης, εν αντιθέσει με την πατροπαράδοτη θρησκεία των προγόνων μας που θεοποιούσε την φύση, τελώντας γιορτές, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τον σεβασμό του προς κάτι ανώτερο, που στην πραγματικότητα δεν του άνηκε, διότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από τον άνθρωπο!

Όλες αυτές οι σκέψεις, λοιπόν, με κάνουν και αναρωτιέμαι: Μπορεί τελικά να θεωρηθεί θρησκεία τα πιστεύω και οι θεοί των προγόνων μας; Και αν ακόμη θεωρηθεί πως υπάρχει κάποια πτυχή της έννοιας της θρησκείας που εμπίπτει με την αρχαιοελληνική θρησκεία, μπορεί κανείς να παρομοιάσει τον πατροπαράδοτο δωδεκαθεϊσμό με αυτήν την σύγχρονη σέκτα που ξεπρόβαλε, λες και μέσα από τον τάφο της παράδοσης, και που θέλησε να εξομοιωθεί με τον ιστορικό δωδεκαθεϊσμό; Πιθανόν, αυτό το ερώτημα να αποτελέσει το θέμα μιας άλλης, μελλοντικής μου εγγραφής.

(Σε αυτό το άρθρο διατυπώνω προσωπικές μου απόψεις και σκέψεις
και σε καμία περίπτωση δεν θέλω να θίξω τα πιστεύω άλλων ανθρώπων).

Αυγούστου 11, 2008 Δημοσιεύθηκε από nespa | Ιστορία, θρησκεία | , , , , , , , , , , , , , | 1 σχόλιο