Τζωρτζ Φίνλεϋ – Ο ιστορικός του υπόδουλου ελληνισμού
Ο Τζωρτζ Φίνλεϊ υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους μελετητές της ελληνικής ιστορίας κατά τον 19ο αιώνα. Το έργο του, αν και περιθωριοποιημένο σήμερα λόγω των νεώτερων τάσεων στο χώρο της ιστορίας, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό την εποχή της δημοσίευσής του, αφού επικεντρώθηκε στις μακρές περιόδους κατά τις οποίες ο ελληνισμός τελούσε υπό ξένη κυριαρχία.
Όταν εξερράγη η ελληνική επανάσταση στην Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο διέκοψε τις σπουδές του και το 1823 ο Φίνλεϊ ήρθε στην Ελλάδα όπου έμελλε να διακριθεί για την ενεργό του δράση στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Φίνλεϊ έδινε πολύτιμες συμβουλές στα ηγετικά και στρατιωτικά στελέχη του Αγώνα.
Εξαιρετικά προικισμένος και καλλιεργημένος, ο Φίνλεϊ ήταν οπλισμένος με τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής του, χωρίς να παρασύρεται από τις εφήμερες εντυπώσεις και ειδήσεις. Μελετούσε με προσοχή τα τεκταινόμενα και μετά από κριτική ανάλυση εξήγε τα προσωπικά του συμπεράσματα. Μελέτησε το κοινοτικό σύστημα της Τουρκοκρατίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές κοινότητες, τις οποίες πολλοί θεωρούσαν δημοκρατικό θεσμό, ανάγονταν στην Αρχαιότητα.
Στο έργο του «Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας στην Ελλάδα» ο Φίνλεϊ αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής καταπληκτικά:
«Η καταστροφή της βυζαντινής αριστοκρατίας δεν ήταν απώλεια για το γένος, γιατί ποτέ δεν υπήρξε τάξη ανθρώπων περισσότερο στερημένη από αρχές, όσο αυτή, όπως βλέπουμε να την περιγράφει ο Καντακουζηνός στα ζωντανά σκίτσα που μας δίνει για τους άρχοντες του Μοριά, εκτός βέβαια, αν την συγκρίνουμε με την υπαλληλική αριστοκρατία, που δημιούργησε η οθωμανική διοίκηση, των Φαναριωτών, όπως ονομάστηκαν από την βρώμικη συνοικία του Φαναριού στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατοικούσαν και έκαναν τις μηχανορραφίες τους».
(«Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Ενετοκρατίας στην Ελλάδα» – Γεωργίου Φίνλεϋ Μετάφραση: Μίλτος Γαρίδης, εκδ. Τολίδης Αθήνα χ.χ., σς. 165)
Για περισσότερα βλέπε: Ιστορικά Θέματα, τεύχος 24, Δεκέμβριος 2003, σελ. 108-117
Ραγιάδες και Οθωμανοί – Η Αλήθεια!
Η επιβίωση του ελληνικού έθνους κατά τους ζοφερούς χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας υπήρξε αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων, όχι όμως και αποτέλεσμα του έργου της εκκλησίας. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ήταν ο αυστηρός διαχωρισμός τον οποίον επέβαλε το οθωμανικό κράτος μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων. Μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία!
Το ότι οι Έλληνες διατήρησαν την εθνική τους συνείδηση, δηλαδή την αίσθηση και την βεβαιότητα ότι ήταν διαφορετικοί από τους Οθωμανούς, και δεν αφομοιώθηκαν από αυτούς, δεν πρέπει να αποδοθεί σε κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα ή υπερφυσική ανωτερότητα της φυλής. Πολλοί, και μάλιστα από όλα τα κοινωνικά στρώματα, για διάφορους λόγους εκτουρκίστηκαν. Ούτε όμως, στην θρησκεία ή την Εκκλησία πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν παρατηρήθηκε μια τέτοια εξέλιξη. Την ίδια αντοχή με τους Έλληνες απέδειξαν και άλλοι λαοί τους οποίους είχαν υποδουλώσει οι Οθωμανοί, είτε είχαν διαφορετική θρησκεία, όπως οι Σέρβοι, οι Κροάτες, οι Βούλγαροι, οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι κ.λ.π. είτε την ίδια με αυτούς, όπως οι Βόσνιοι, οι Αλβανοί και κυρίως οι Άραβες. Παράλληλα, αντίστοιχη «αντοχή» απέδειξαν και οι Οθωμανοί και δεν απορροφήθηκαν από τους ραγιάδες, παρά το ότι, τουλάχιστον στην αρχή, ήταν μια μικρή μειοψηφία μέσα στο σύνολο των υποταγμένων από τους λαούς. Τα αίτια αυτού του φαινομένου αφορούν την φύση της ίδιας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με την λογική που η ίδια ήταν οργανωμένη και με την οποία λειτουργούσε.
Κύριο χαρακτηριστικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η εντονότατη πόλωση των κατοίκων της, οι οποίοι ήταν συσπειρωμένοι γύρο από δύο κέντρα μεταξύ των οποίων δεν ήταν δυνατό να υπάρξει καμία ουσιαστική επικοινωνία, άρα και ανταλλαγή αγαθών, υλικών και μη. Το πρότυπο αυτής της οργάνωσης οι Οθωμανοί το μετέφεραν από την κοιτίδα τους, με μόνη διαφορά, ότι την θέση των ανθρώπων κατείχαν τότε τα πρόβατα και άλλα ζώα. Η κοινωνία τους ποτέ δεν είχε προχωρήσει σε κάποια άλλη, λιγότερη άκαμπτη οργάνωση στην οποία θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετικός ρόλος για τους υποταγμένους λαούς, από αυτόν του ποιμνίου τους. Η χρήση του ονόματος «ραγιάς», δηλώνει το υποταγμένο κι όχι ελεύθερο, το ανυπότακτο κοπάδι και είναι ενδεικτικό της διάθεσής τους έναντι των υποδούλων. Όπως τα πρόβατα παρείχαν στους ποιμένες τους το γάλα και το μαλλί, ως αντάλλαγμα για την φροντίδα που εκείνοι τα παρείχαν, έτσι και οι υπόδουλοι λαοί έπρεπε να εκχωρούν το δικό τους προϊόν στους Τούρκους, με αντάλλαγμα την προστασία από τους εχθρούς και την ειρήνη που απολάμβαναν. Η βασική αρχή της αυτοκρατορίας ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τους κατακτημένους.
Όσο περισσότερες εντάσεις είχε το σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τόσο ποιο ασταθές αυτό ήταν και προκειμένου να επιβιώσει, χρειάστηκε να αναπτύξει πολλούς ειδικούς μηχανισμούς. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί είχαν ως αποτέλεσμα την επιβολή τελικά ενός καθεστώτος φόβου και επιφυλακτικότητας στο οποίοι όλοι παρακολουθούσαν όλους και καθένας υποπτευόταν τους πάντες. Ο φόβος αυτός δεν αφορούσε μόνο τις σχέσεις ραγιάδων-Οθωμανών, αλλά και Οθωμανών-ραγιάδων καθώς και μεταξύ των ποικίλων φυλών «μιλλέτ» των ραγιάδων. Βασική επιδίωξη των Οθωμανών ήταν καθεμία φυλή να παραμένει εχθρικά προς τις υπόλοιπες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι υπόδουλες φυλές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην πραγματικότητα να μην συμβιώσουν ποτέ! Αυτό συνέβαλε στο να μην μπορέσουν να συντονισθούν εναντίον της αυτοκρατορίας, παρά μόνο προς το τέλος της ζωής της, αφού δεν είχαν αποκτήσει όλο αυτό το διάστημα κοινές ιστορικές εμπειρίες και άρα κοινή συνείδηση.
Επίλογος
Αυτό το οποίο πράγματι συνέβη ήταν η ωρίμανση και η μετεξέλιξη των Ελλήνων της συνείδησης του Ρωμιού, δηλαδή του ορθόδοξου υπηκόου της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο οποίος δεν ήταν ούτε Σέρβος ούτε Βούλγαρος κ.λ.π. σε ελληνική στο τέλος της τουρκοκρατίας. Πρόκειται για την προσπάθεια αποκατάστασης της «επαφής» με την αρχαιότητα, η οποία είχε διακοπεί ήδη πολύ πριν από την Τουρκοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις κατά τα τέλη του 18ου αιώνα ο όρος «Έλληνας» έπαψε να θεωρείται βλασφημία! Ο αναδυόμενος ελληνικός εθνικισμός ήθελε ένα ισχυρό έρεισμα το οποίο δεν μπορούσε να του το δώσει το σχετικά πρόσφατο βυζαντινό παρελθόν. Αυτά τα λίγα, ώστε να εκτιμήσουμε επιτέλους κατά πόσο οι Έλληνες ένιωθαν ως Έλληνες επί Βυζαντινής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας! Και να εκτιμήσουμε κατά πόσο η ορθόδοξη εκκλησία μας κράτησε ζωντανή την παράδοσή μας, όχι την Βυζαντινή, αλλά την αρχαία ελληνική!
Βιβλιογραφία:
Το κείμενο βασίζεται σε εργασία του κ. Γ.Μ.Ζησιμόπουλου – για περισσότερα βλέπε ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, Φεβρουάριος 2005, τεύχος 37 (σσ. 44-53)
(1)Ibrahim Menit Kunt: ΟΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001
(2)Jean-Paul Roux: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1998
(3)Mehmed Fuad Korpulu: ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001
(4)Saraiya Faroqhi: ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2000
(5)Κων. Παπαρρηγόπουλος: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, εκδ. Γαλαξίας -Ερμείας (14ο βιβλίο)
(6)Νεοκλής Σαρρής: ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΣΜΑΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΠΕΝΑΧ ΑΦΕΝΤΗ ΤΟΥ ΜΟΡΑΪΤΗ, 1785, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 1993.


