Σκέψεις (δ) – Ο Κομπάρσος
Η κάθε ημέρα που ζεις, όπως την ζεις εσύ προσωπικά, είναι ένα χαλίκι ενός ψηφιδωτού που απεικονίζει την καθημερινότητα του πολιτισμού σου. Είσαι κομπάρσος σε ένα έργο ιστορίας. Ένας ανώνυμος πιθανόν ο οποίος όμως έχει φωνή και βούληση. Επάνω σε μια σκηνή καλείσαι να παίξεις τον ρόλο σου. Σε ένα κοινό που δεν το βλέπεις, διότι είναι αόρατο. Είναι το μέλλον. Οι απόγονοί σου. Εσύ παίζεις τον καλύτερό σου εαυτό. Το ξέρουν. Κι αυτό το κάνει αληθινό. Διότι το έργο αυτό έχει τίτλο Ζωή. Που για κείνους θα λέγεται Ιστορία. Αυτό είσαι, αυτό είμαι, αυτό είμαστε. Κι αν ακόμη έχουμε διαφορετικούς ρόλους σε αυτό μας το έργο, πρέπει να χαιρόμαστε, διότι είμαστε μαζί, παίζουμε στο ίδιο έργο, χαιρόμαστε και λυπούμαστε το ίδιο κάθε μέρα. Γεννηθήκαμε και θα πεθάνουμε επάνω στην ίδια σκηνή, στο ίδιο πλατό. Έτσι ώστε να κάνουμε αληθινό το έργο στο οποίο παίζουμε.
Σκέψεις (γ) – Η τύφλωση…
Αν ρωτήσεις ποια η διαφορά του κόκκινου από το κεραμιδί σε έναν εκ γενετή τυφλό, το πιο πιθανόν είναι να μην μπορέσει να σου εξηγήσει ο ίδιος, διότι ποτέ του δεν ήταν σε θέση να διακρίνει την διαφορά μεταξύ αυτών των δύο χρωμάτων. Η προσπάθειά του να ερμηνεύσει αυτήν τους την διαφορά έγκειται στην γνώση των άλλων που πήρε και πείσθηκε για αυτήν. Επομένως, αν είσαι κι εσύ τυφλός που τον ακούς, αυτή η τύφλωση σε προσελκύει ως κάτι κοινό να τον πιστέψεις και να υιοθετήσεις τις απόψεις του. Αυτή ακριβώς είναι και η πίστη ενός πιστού στον Θεό.
Σκέψεις (β) – Η ανάμνηση
Η χαρά της ανάμνησης είναι η ανάμνηση μιας χαράς. Αυτός δεν είναι λόγος να ζούμε όμως χαρούμενα. Η χαρά είναι διαχρονική και στο χέρι μας είναι να κάνουμε το παρόν τόσο χαρούμενο όσο να μην χρειαστεί να αφεθούμε στην ενθύμηση μιας ανάμνησης. Τότε μόνον θα μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι ζήσαμε ευτυχισμένα.
Σκέψεις (α) – Τα τουβλάκια…
Κάποτε σχημάτιζα με τα τουβλάκια μου ένα καράβι. Και ζούσα ότι ήμουν μέσα σε αυτό το καράβι. Άλλοτε σχημάτιζα σπίτι με τα ίδια τουβλάκια. Και ζούσα μέσα σε αυτό το σπίτι. Μέχρι που μια μέρα παρατήρησα πως το σπίτι και το καράβι, και το κάθε τι που έφτιαχνα με τα τουβλάκια, δεν ήταν πραγματικό. Μετά από χρόνια αναρωτήθηκα, πως δεν αντιλαμβανόμουνα τις γωνίες των τετραγωνισμένων κομματιών και τα τόσα διαφορετικά χρώματα που είχαν μεταξύ τους; Και τότε συνειδητοποίησα πως έβλεπα αυτό που ήθελα να δω. Αυτό το κατάλαβα αφού μεγάλωσα. Και ζήτησα από τον εαυτό μου να ζήσω το πραγματικό. Αν και θα μπορούσα να εμμείνω στο ψεύτικο μα και στο χαρούμενο. Πείσθηκα όμως πως η μόνη χαρά είναι το αληθινό.
Έτσι γκρεμίστηκε ακόμη μια κατασκευή μου. Αυτή την φορά ο Θεός. Και είδα τα πολλά χρώματα των κομματιών που τον συνθέτουν. Που όλα ήταν έτσι βαλμένα ώστε να δημιουργούν αυτό που πραγματικά ήθελα.
Απελευθέρωση από την Θρησκεία. Μπορεί να επιτελεστεί;
Ερώτηση: Είναι δίκαιος ο νόμος του Θεού;
Αυτή η ερώτηση, πιθανόν κατά τον Μεσαίωνα, να θεωρούνταν ως η απόλυτη μορφή βλασφημίας προς τον Θεό. Διότι είναι μια ερώτηση που δεν νοείται να απασχολήσει έναν πιστό. Είναι η ερώτηση που δεν μπορεί να τεθεί, διότι πολύ απλά, εμμέσως πλην σαφώς κάνοντας αυτήν την ερώτηση, κρίνουμε τα του Θεού. Βγάζουμε δηλαδή τον εαυτό μας έξω από την παράδοσή μας, την χριστιανική στο παράδειγμά μας, και ως παρατηρητές προσπαθούμε να την κατανοήσουμε. Όσο όμως είμαστε, ζούμε κι ενεργούμε βάση της παράδοσής μας, θεωρώ αδύνατη την όποια αμφισβήτηση προς αυτήν. Κι αυτό γιατί αμέσως θα κατανοούσαμε πως είμαστε δέσμιοι στην ίδια μας την παράδοση! Κάτι που θα μας τρέλαινε…
Ένα πουλί που πετά ελεύθερο στους αιθέρες, αν το πιάναμε και το κλείναμε σε ένα κλουβί θα ήταν πολύ δύσκολη έως αδύνατη η προσαρμογή του μέσα σε αυτό. Ένα πουλί όμως που μεγάλωσε μέσα σε αυτό το κλουβί, εκτός του ότι δεν γνωρίζει τι θα πει ελεύθερο πέταγμα στους αιθέρες, δεν μπορεί και να το συνειδητοποιήσει. Αυτή η προσαρμογή μέσα στο κλουβί είναι η παράδοσή μας. Και ο μόνος τρόπος για να βγούμε από αυτό το κλουβί είναι η αμφισβήτηση αυτής.
Επομένως, στο αρχικό ερώτημα του αν είναι δίκαιος ο νόμος του Θεού, αν θα αναρωτηθούμε υπάρχει μία περίπτωση να αναζητήσουμε το γιατί είναι δίκαιος αυτός ο νόμος. Αμέσως βρισκόμαστε έξω από την παράδοση και την παρατηρούμε, ή αλλιώς την κρίνουμε. Αυτή είναι αμφισβήτηση. Υπάρχει όμως και η περίπτωση πριν καν κατανοήσουμε το ερώτημα να ανατρέξουμε να δικαιολογήσουμε την παράδοσή μας και να δηλώσουμε ευθέως πως σεβόμαστε ότι είναι από τον Θεό, από μια υπερβατική πηγή αγάπης, δικαιοσύνης και θεσμών γενικότερα που ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως και πρέπει να ακολουθεί.
Πως νοείτε λοιπόν να ακολουθούμε κάτι που στην ουσία δεν θα μπορέσουμε ποτέ ως άνθρωποι να το κατανοήσουμε; Πως νοείτε για ένα πουλί που από γεννηθείς ξυπνάει, τρώει και κοιμάται μέσα σε ένα κλουβί να σκεφτεί ότι μπορεί να πετάξει στους αιθέρες, αν πρώτα δεν αμφισβητήσει την ιδέα του ότι το κλουβί είναι ο κόσμος και τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί; Πόσο εύκολη και πόσο δύσκολη είναι αυτή η κριτική σκέψη;
Ακριβώς, αυτήν την δυσκολία έρχεται να επισφραγίσει η κλασσική ρήση του νεοέλληνα που λέγει χαρακτηριστικά «έτσι τα βρήκα, έτσι θα πάω» που ερμηνεύεται πως όπως τα βρήκα τα πράγματα έτσι και θα τα αφήσω μέχρις ότου να πεθάνω. Δεν χωρά αμφισβήτηση στην παράδοση.
Αυτή η στασιμότητα στη σκέψη και στην κριτική υποδηλώνει δέσμευση στην παράδοση, από την μία ένα είδος δουλείας προς αυτήν και από την άλλη ένα είδος φόβου, πως αν απομακρυνθούμε από αυτήν, αν αλλάξουμε, αν την κοιτάξουμε κατάματα αυτή θα καταρρεύσει και θα διαλυθεί. Για αυτό η παράδοση της θρησκείας μας έχει παραμείνει 2000 χρόνια τώρα και είναι το σημείο όπου στηρίζονται οι άνθρωποι. Για αυτό υπάρχει ο φόβος του Θεού, που είναι από τους βασικότερους λόγους επάνω στον οποίο στηρίζεται η πίστη.
Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει σε αρκετά σημεία η δήλωση ότι όποιος αντικρίσει τον Θεό θα καεί. Γιατί υπάρχει άραγε αυτή η δήλωση, αφού η ίδια η Αγία Γραφή σημειώνει σε άλλα σημεία πως είναι αδύνατο να δει κανείς τον Θεό; Τι εννοεί αυτή η αντίφαση;
Σημαίνει, θα έλεγα, πως είναι απαγορευτικό για έναν χριστιανό να δει τον Θεό, δηλαδή να αμφισβητήσει την υπόστασή του, τον νόμο του, τους θεσμούς του γιατί αμέσως σημαίνει πως δεν είναι πιστός, είναι εκτός θεοκρατικής κοινωνίας, που σημαίνει ότι είναι άπιστος, είναι με τον Διάβολο, είναι ψεύτης και κάθε τι το αρνητικό.
Αυτά τα απόλυτα όρια είναι ρητά διατυπωμένα και προκαθορισμένα από τον ίδιο τον Θεό και ο άνθρωπος δεν νοείται να τα πλησιάσει. Δεν νοείται για το πουλί να κοιτάξει πέρα από τα κάγκελα του κλουβιού του, διότι γνωρίζει πως δεν υπάρχει ζωή έξω από το κλουβί του, επομένως όχι απλά δεν το απασχολεί το ζήτημα αλλά δεν νοείται κιόλας για αυτό.
Όμως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αμφισβητήσει ακόμη και τον Θεό του. Αυτό περνάει και μέσα από την Γένεση, έστω και με την όποια αρνητική χροιά της αποδίδουν τα χριστιανικά κείμενα. Το πουλί μέσα στο κλουβί έχει έναν «απαγορευμένο καρπό» που δεν πρέπει να φάει, γιατί αμέσως θα συνειδητοποιήσει ότι είναι φυλακισμένο ενώ είναι πλασμένο έτσι από την φύση του να πετά στους αιθέρες. Και όπως κάθε λογικό πλάσμα έτσι και αυτό, μόλις συνειδητοποιούσε αυτή του την δυνατότητα, θα ποθούσε την ελευθερία του!
Για εμάς λοιπόν ποιος είναι αυτός ο «απαγορευμένος καρπός» και γιατί είναι «απαγορευμένος»;
Η αμφισβήτηση, η έρευνα, η κατανόηση του τι εστί θρησκεία, του τι εστί Θεός, μας βοηθάει να κατανοήσουμε την θέση μας ανάμεσα στο πλήθος. Αμέσως συνειδητοποιούμε όχι τι είμαστε αλλά γιατί είμαστε. Γνωρίζουμε, σημαίνει απελευθερωνόμαστε από την παράδοσή μας, επομένως αναγνωρίζουμε πως η παράδοση μας αφορούσε το παρελθόν μας, ότι δεν ζούμε πλέον στο παρελθόν κι ότι μελετούμε το παρελθόν, δηλαδή την παράδοση, με σκοπό πλέον να την κατανοήσουμε και να την ερμηνεύσουμε.
Όσο είμαστε «δούλοι» της παράδοσης, δεν μπορούμε να την δούμε ως παρελθόν, διότι ζούμε μέσα σε αυτήν, η παράδοσή μας είναι το παρόν μας, δηλαδή είμαστε εναρμονισμένοι με τις ιδέες της, επομένως δεν μπορούμε όχι μονάχα να την αμφισβητήσουμε, αλλά ούτε καν να την κατανοήσουμε!
Είμαστε όπως το πουλί, που όσο βρίσκεται μέσα στο κλουβί, δεν μπορεί να σκεφτεί ότι είναι φυλακισμένο, διότι είναι κάτι πέραν της νόησής του. Για αυτό θεωρώ πως η αθεΐα, η συνειδητοποιημένη τουλάχιστον αθεΐα όπως την αποκαλώ, είναι το κλειδί της απελευθέρωσης από το νοητό κλουβί της προσωπικότητάς μας, της θρησκείας μας. Είναι το κλειδί, η βάση πάνω στην οποία μπορούμε να χτίσουμε μιαν αυτονομία, τόσο ατομική όσο και κοινωνική.
Είναι το κλειδί που μας δίδαξε η παράδοσή μας. Όχι φυσικά η χριστιανική αλλά η αρχαία ελληνική. Τι αξιοπερίεργο, δεν νομίζετε; Η ίδια η παράδοση να μας περνά την ιδέα της αμφισβήτησης της ιδίας της παράδοσης; Κι όμως, αυτό το κλειδί είναι αυτό που οδήγησε σε αυτό το μεγαλείο τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που κάνει όλους μας σήμερα να τον θαυμάζουμε. Αλλά χάσαμε το κλειδί αυτό διότι δεν μας απασχόλησε ποτέ, μα ποτέ, το ερώτημα:
Πως έφτασαν οι αρχαίοι έλληνες να γίνουν αυτό που έγιναν;
Που υπάρχει ο Θεός;
Μια φορά κάθισα και συλλογίστηκα την πίστη ως έννοια προσπαθώντας να εντοπίσω την πηγή εκείνων που ασπάζονται κάποιον θεό και εκείνων που δηλώνουν κατηγορηματικά πως «δεν υπάρχει». Τότε σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα το δωμάτιο όπου βρισκόμουνα. Μέσα σε αυτό είδα κλωστές, κουμπιά, ξύλα, γυαλιά, χαρτιά, πλαστικά και κάθε λογής άλλα υλικά. Σκέφτηκα πως δεν πρέπει να μοιάζει έτσι το δωμάτιό μου. Και τότε είδα αντί για πλαστικά θήκες για CD, αντί για κλωστές ρούχα, αντί για ξύλα μια ντουλάπα και ούτω καθ’ εξής.
Ο εγκέφαλός μου έχει μάθει να βλέπει πέραν της πρώτης ύλης, το σύνολο ενός αντικειμένου. Ένα βιβλίο δεν είναι πολλές σελίδες μαζί δεμένες, είναι ένα βιβλίο. Ένα κείμενο σαν κι αυτό που διαβάζεται δεν είναι γράμματα σε μια καθορισμένη σειρά, είναι ένα κείμενο.
Έτσι, κάθε τι που έχει ένα όνομα, στην πραγματικότητα είναι ένα σύνολο πραγμάτων που ο εγκέφαλός μας έμαθε να τα ομαδοποιεί και να βγάζει το συμπέρασμα πως βλέπω αυτό.
Επομένως, η λέξη θεός τι μπορεί να περιλαμβάνει; Και γιατί θεμέλιος λίθος είναι πάντα η πίστη; Μπορεί να υπάρξει προσωρινή πίστη και αν ναι που μπορεί αυτή να φανεί χρήσιμη;
Σίγουρα όλοι θα έχετε δει μια ταινία φαντασίας όπου οι ήρωες έχουν υπερφυσικές δυνατότητες, πετούν, αλλάζουν μορφή, ταξιδεύουν στο χρόνο κ.τ.λ. Καθώς παρατηρείται αυτή την ταινία, κι ενώ γνωρίζεται πως αυτά που βλέπεται ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, δεν απορείτε: Μα καλά πως πετάει, πως γίνεται το σπαθί του να πετάει φλόγες, Πως ταξιδεύει στο χρόνο ο ήρωας;
Η προσωρινή πίστη, μας βοηθάει έτσι ώστε να βρεθούμε στον φανταστικό κόσμο της ταινίας που βλέπουμε, έτσι ώστε να μπορέσουμε να την παρακολουθήσουμε. Αν δεν είχαμε αυτή την προσωρινή πίστη σίγουρα θα βλέπαμε ακατανόητες εικόνες, που στην προσπάθειά μας να τις ερμηνεύσουμε θα χάναμε όχι μονάχα το νόημα της ταινίας αλλά έπειτα πιθανόν δεν θα θυμόμασταν τίποτα απολύτως.
Έτσι φτάνω στο ερώτημα: Βλέπω σελίδες γραμμένες που όλες μαζί είναι πιασμένες κάνοντας ένα βιβλίο. Πιστεύω ότι αυτό που βλέπω είναι ένα βιβλίο. Όποιον και να ρωτήσετε θα σας πει πιθανόν ότι αυτό που βλέπεται πράγματι είναι ένα βιβλίο.
Τι γίνεται όμως με τον Θεό; Και γιατί χρειάζεται πίστη;
Κάποτε ρώτησα έναν χριστιανό: Γιατί πιστεύεις στο Θεό; Εκείνος μου είπε επειδή είναι πραγματικός. Και πως ξέρεις ότι είναι πραγματικός; Από το γεγονός ότι με αγαπάει.
Όταν έκανα την ίδια ερώτηση σε ένα άθεο αυτός μου είπε: Δεν πιστεύω στον Θεό γιατί δεν υπάρχει. Οπότε κι εγώ τον ρώτησα: Και πως είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει κάπου μακριά στο απέραντο σύμπαν; Εκείνος μου είπε πως ότι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας έχουν μια βάση, ο θεός δεν έχει.
Η δεύτερη φάση της συζήτησης είχε ως εξής:
Ρώτησα τον χριστιανό: Πιστεύεις ότι υπάρχουν εξωγήινοι; Εκείνος μου είπε: Όχι, θεωρώ πως δεν υπάρχουν. Χωρίς να ενδιαφερθώ για λεπτομέρειες τον ξαναρώτησα: τι είναι αυτό που σε κάνει να θεωρείς πως δεν υπάρχουν εξωγήινοι; Κι εκείνος μου είπε: Μου φαντάζει παράλογο, είναι κάτι που δεν έχω δει και δεν μπορώ να πω πως πράγματι υπάρχει ή όχι. Δεν με αφορά το θέμα.
Ρώτησα όμως και τον άθεο: Πιστεύεις στην αγάπη; Εκείνος μου είπε: Φυσικά! Τι είναι αυτό που σε κάνει λοιπόν να πιστεύεις σε κάτι που δεν βλέπεις, δεν πιάνεις και που εν τέλει δεν αντιλαμβάνεσαι μέσω των αισθήσεών σου; Εκείνος μου είπε: Βλέπω τα αποτελέσματά της.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως και ο άθεος αλλά και ο χριστιανός πιστεύουν στην αγάπη. Πιστεύουν πιθανόν στην δικαιοσύνη και γενικότερα σε κάθε τι που θεωρούμε σήμερα ως καλό. Επομένως αυτή είναι η βάση και των δύο. Μπορεί να μην βλέπουμε την αγάπη αυτή καθαυτή αλλά την αντιλαμβανόμαστε εκ του αποτελέσματος. Είτε αυτή θέλουμε να πηγάζει από κάποιον θεό είτε όχι.
Ο χριστιανός όλες τις καλές ιδιότητες της αποδίδει στον θεό. Ενώ ο άθεος απλά τις βλέπει ως έχουν, μεμονωμένα ως ιδιότητες, απλά των ανθρώπων. Αυτή η πίστη από την μία και η απιστία από την άλλη είναι στην πραγματικότητα η διαφορά μεταξύ ενός άθεου και ενός χριστιανού. Ο ένας βλέπει σελίδες, γράμματα και λέει βιβλίο ενώ ο άλλος βλέπει απλώς τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένο.
Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η έννοια του θεού έχει να κάνει με αυτά που έχουμε μάθει να θεωρούμε ως αληθινά. Ένας χριστιανός δυσκολεύεται να πιστέψει σε εξωγήινους γιατί αυτά που έχει μάθει του λένε πως δεν υπάρχουν. Κι ένας άθεος δυσκολεύεται να πιστέψει στον θεό για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Σας λέω λοιπόν: κλείστε τα μάτια σας και παίρνω στα χέρια μου μια φωτογραφία. Σας λέω πως σε αυτή την φωτογραφία υπάρχουν όμορφα δέντρα και γαλάζιος ουρανός. Έπειτα σας καλώ να ανοίξετε και πάλι τα μάτια σας, για να δείτε την φωτογραφία. Υποσυνείδητα εσείς θα προσπαθήσετε αμέσως να εντοπίσετε στην φωτογραφία τα δέντρα και τον γαλάζιο ουρανό. Ακόμη και αν στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν στην φωτογραφία, εσείς θα τα αναζητήσετε, έστω και για μερικά δευτερόλεπτα. Έχετε όμως ήδη στο μυαλό σας πως μοιάζουν τα δέντρα. Και πως είναι ο γαλάζιος ουρανός. Οπότε έχοντας πίστη πως υπάρχουν, προσωρινή πίστη, συγκρίνεται την εικόνα με την προσωπική σας εμπειρία.
Αν σας πω βρείτε την αγάπη μέσα σε αυτή την φωτογραφία, θα προσπαθήσετε να την ερμηνεύσετε. Άλλος μπορεί να την δει στα τρυγόνια που κελαηδούν, άλλος στο πιάσιμο μιας μάνας με το μικρό της κ.τ.λ.
Αν σας πω που βρίσκεται κι ο θεός: Άλλος θα πει παντού κι άλλος πουθενά.
Αυτή θεωρώ πως είναι η ομορφιά της αντίληψης.
Λίγο πριν την «Ανατολή» …έρχεται η «Δύση»
Ας υποθέσουμε πως ζούμε γύρω στο 1000π.Χ. Η επιστήμη βρίσκεται σε αρχέγονο στάδιο, η τεχνολογία δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη και εμείς ζούμε στην ξύλινη, ενισχυμένη με πυλό, καλύβα μας. Παρατηρούμε τον ήλιο καθώς δύει πίσω από τα βουνά και βλέπουμε την θάλασσα να χρυσίζει. Η μυθολογία με τους ανθρωπόμορφους θεούς της μας έχει διδάξει πάρα πολλά: Για τις εποχές, τη βροχή, τον ήλιο και ότι μπορούμε και βλέπουμε τριγύρω μας. Ότι μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Όμως έχουμε μια ανάγκη: Είμαστε άνθρωποι και είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε και εμείς μέρος αυτού του κόσμου. Αν και γνωρίζουμε πως ότι αφορά την γεωργία της Γης εξαρτάτε από την θεά Δήμητρα, θέλουμε και εμείς να δώσουμε το στίγμα μας ως άνθρωποι. Να πούμε πως δεν είμαστε απλοί παρατηρητές, αλλά ζωντανοί και ενεργοί άνθρωποι, που συμβάλουμε στα του κόσμου. Έτσι λαβαίνουμε μέρος στις θρησκευτικές τελετές που αναπαριστούν τους μύθους και μας δίνουν την δυνατότητα να ενεργήσουμε και εμείς με θυσίες, χορούς και γιορτές.
Οι μύθοι είναι η μόνη αλήθεια που εμείς γνωρίζουμε, κατανοώντας με αυτόν τον τρόπο την φύση, τον κόσμο και την θέση μας ανάμεσα στα βουνά και στα δέντρα, στα ζώα και τους ανθρώπους, ανάμεσα στον ήλιο και την γη. Έτσι, καθώς τα πόδια μιας πατούν γερά στην γη, τα μάτια μας υψώνονται ψηλά στον ουρανό, όπου ζουν οι θεοί μας οι οποίοι κινούν τα νήματα της γνώσης και της σοφίας.
Αν ξάφνου βλέπαμε ένα αεροπλάνο στον ουρανό, θα μας εντυπωσίαζε και θα προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε τι είναι, πως πετάει και ποιος είναι ο σκοπός του. Επειδή θα ήταν άγνωστο για εμάς: δεν υπήρχε μύθος που να μας δίδει εξηγήσεις. Ενώ για τα δέντρα, τα βουνά, τους ανθρώπους και τα ζώα, την γη, τον ουρανό και τα άστρα ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε. Γνωρίζαμε την εξήγηση που μας έδιναν οι μύθοι και οι θεοί μας. Έτσι καθώς κοιτούσαμε τον ήλιο να χάνεται αργά και σταθερά πίσω από τα βουνά, μια σκιά απλώθηκε ολόγυρα γύρω από την καλύβα μας. Και εμείς αργά σαν τον ήλιο, σηκωθήκαμε και μπήκαμε μέσα. Πέσαμε να κοιμηθούμε στο ξύλινο αχυρένιο κρεβάτι μας.
Εκείνο το βράδυ πέρασαν με μιας 400 ολόκληρα χρόνια από πάνω μας, λες και είχαμε πέσει σε έναν ύπνο διαρκείας. Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε και όπως συνηθίζαμε, βγήκαμε έξω από την καλύβα μας να δούμε την ανατολή. Όλα έμοιαζαν τόσο όμορφα, παρότι ήταν τόσο γνώριμα τα φαινόμενα που βλέπαμε. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Όμως καθώς οι ηλιαχτίδες φώτιζαν όλο και περισσότερο την φύση γύρω μας, μια σκιά διακρίναμε από μακριά. Ήταν ο Θεός Απόλλωνας, ο οποίος μας έκανε την τιμή να μας επισκεφτεί. Ο Θεός κάθισε στην αυλή μας και δίχως να βγάλει μιλιά, μας άφησε να τον δούμε προσεκτικά. Το πρόσωπό του. Τα φρύδια του. Τα πόδια τους με τα όμορφα σανδάλια. Το λευκό φόρεμά του. Ήταν κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί πρωτίστως. Και μας εντυπωσίασε σαν να βλέπαμε αεροπλάνο.
Έμοιαζε τόσο πολύ με άνθρωπος ο Θεός που μας έβαλε σε σκέψη: Μήπως δεν είναι ο Απόλλωνας, σκεφτήκαμε. Μήπως η φαντασία μας του έδωσε το όνομα αυτό και τον τίτλο Θεός; Δίχως να μας πει κάτι ο επισκέπτης, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος όπου χάθηκε ακριβώς όπως και εμφανίστηκε. Από εκείνη την μέρα και έπειτα η σοφία διαχωρίστηκε από τον μύθο. Η θρησκεία έμεινε πιστή στον μύθο αλλά οι ερωτήσεις μας και οι απορίες ξανά διατυπώθηκαν από την αρχή. Εκείνη την ημέρα ο ήλιος ανέτειλε για πρώτη φορά, όχι ως θεός, μα σαν άστρο του ουρανού. Τότε ο χρόνος άρχισε σιγά σιγά να κυλά. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε η φιλοσοφία…
Black Μπεεε – Η ταινία που πρέπει να δείτε!!!
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώται έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ’ τον ελληνισμό.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Υπόθεση:
Με πρωταγωνιστές τον Αίγισθος από την Cuma της Ιταλίας και το Στάθη από την Κύμη Ευβοίας, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Μαραγκός με αφορμή το ποίημα του Καβάφη ταξιδεύει στην Νότια Ιταλία αναζητώντας τις ελληνικές ρίζες της.
Η Ποσειδωνία αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας. Το 79μ.Χ. όμως εξαιτίας του ηφαιστείου του Βεζούβιου, θάβεται ολόκληρη η πόλη κάτω από στάχτες και λάβα. Μετά από 1700 περίπου χρόνια οι Ιταλοί ξεθάβουν την αρχαία πόλη του Ερκολάνο. Μαζί ανακαλύπτεται και η περίφημη «Βίλα των Παπύρων». Εκτός από τα αγάλματα, εκεί βρέθηκαν και 2000 πάπυροι αρχαίων ελληνικών κειμένων, που στην πλειοψηφία τους αφορούν κείμενα Επικούρειας Φιλοσοφίας. Η ανακάλυψη αυτών των παπύρων αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του αρχαίου κόσμου. Σήμερα φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Νεαπόλεως, όπου και εξετάζονται από αρχαιολόγους, παπυρολόγους και φιλόλογους που έχουν σταλεί από ολόκληρο τον κόσμο για να τους μελετήσουν, φυσικά εκτός της Ελλάδας! Και το χειρότερο είναι, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ότι στην Ελλάδα το γεγονός αυτό το αγνοούν σχεδόν οι πάντες.
Ο λόγος οφείλεται στις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες που κουβαλούν οι Έλληνες δύο χιλιετίες τώρα, προσπαθώντας κάποιοι να μας πείσουν ότι είναι μία. Όμως στην χώρα που γέννησε την δημοκρατία και την φιλοσοφία εξακολουθεί ακόμη και σήμερα το ελεύθερο πνεύμα να είναι φυλακισμένο στα θρησκευτικά δόγματα. Χρόνια τώρα εκπρόσωποι των θρησκευμάτων μαζί με τον «δεξιό» και «αριστερό» ψάλτη έκοψαν και εξαφάνισαν ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας μας. Διότι δεν πρέπει εμείς οι σημερινοί έλληνες να μάθουμε για τα εγκλήματα που έγιναν κάποτε και εννοείται πως δεν πρέπει να μάθουμε για τους προγόνους μας. Έτσι αν και η επίσκεψη στην Ακρόπολη μπορεί να αποτελεί για τον νεοέλληνα, λόγο για να λιαστεί, να φωτογραφηθεί, να προσευχηθεί, να ζωγραφίσει κ.λ., μια φορά τον χρόνο όμως, όλοι μαζεύονται στου Φιλοπάππου και στην Ακρόπολη για να γιορτάσουν την Καθαρή Δευτέρα. Έχουν την συνήθεια, όπως οι Πωσειδωνιάτες να αναβιώνουν τα παλιά τους έθιμα και να θυμούνται πως κάποτε ήταν Έλληνες.
Με αυτό το μικρό απόσπασμα, η ταινία του Θ. Μαραγκού αποτελεί ένα ιστορικά τεκμηριωμένο ντοκιμαντέρ, όχι μονάχα για τον πολιτισμό που χάσαμε, όχι μονάχα για τις επιθέσεις και τα εμπόδια που θέτει η εκκλησία εδώ και 2000 χρόνια, αλλά κυρίως την ελληνική παιδεία των Ιταλών. Ο σκηνοθέτης μένει έκπληκτος από την παραδοσιακή μουσική που παραμένει ίδια 2000 και πλέον χρόνια με την μουσική των αρχαίων τοιχογραφιών, μένει έκπληκτος από την ελληνική παιδεία των Ιταλών, από το γεγονός ότι μαθαίνουν ελληνικά και φυσικά από τα πολλά ελληνικά ονόματα που χρησιμοποιούν. Ένα ταξίδι τόσο στην ελληνική εκπαίδευση των ιταλών μαθητών όσο κυρίως στους τρόπους και στις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για να μπορέσουν να διαβαστούν οι πάπυροι του Ερκολάνο, αποτελεί το κυρίως θέμα της ταινίας-ντοκιμαντέρ με τον ευρηματικό τίτλο «Black Μπεεε». Η ανάγνωσή τους φυσικά αποκάλυψε πως οι πάπυροι δεν ήταν τελικά θρησκευτικά κείμενα όπως πίστευαν αρχικώς οι Αμερικάνοι, αλλά κείμενα στην πλειοψηφία τους που αφορούσαν την επικούρεια φιλοσοφία.
Η Επικούρεια φιλοσοφία η οποία δημιουργεί και πονοκέφαλο στην εκκλησία μας, μιας και από πολλούς σήμερα θεωρείται ως η βάση της Αθεΐας, αμφισβητεί το Θεό ενισχύοντας παράλληλα την αγάπη για τη ζωή και τις απολαύσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που πιθανόν να μην ακούσαμε τίποτα για αυτήν την σπουδαία ανακάλυψη που έγινε πριν από 250 και πλέον χρόνια. Φυσικά όταν οι Ιταλοί έμαθαν πως το κινηματογραφικό συνεργείο ήταν ελληνικό, εκπλαγήκανε!
Σε γενικές γραμμές είναι ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ που δικαίως απέσπασε το δεύτερο κρατικό βραβείο τεκμηρίωσης στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2005. Είναι μια ταινία-ντοκιμαντέρ που θα δημιουργήσει ένα συναίσθημα μελαγχολίας στον σύγχρονο έλληνα, λησμονώντας αυτό που είχε και αυτό που έχασε.
Περισσότερες πληροφορίες: Μπορείται να αγοράσεται την ταινία από το ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο «Βερέττας» www.verettas.gr
Δείτε επίσης:
http://tgiorgos.blogspot.com/2008/06/black.html
http://www.filmfestival.gr/2005/index.php?page=filmdetails&ln=gr&box=greekl&id=72
Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο – Κορνήλιος Καστοριάδης
ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΑΣ
Κορνήλιος Καστοριάδης
διάλεξη στον Τριπόταμο Τήνου στις 20/8/1994
δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία στις 21/8/1994
Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση: ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά: για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση. Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση.
Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πΧ, είναι ο τύπος των αρχαϊκών (ή πρωτόγονων ή αγρίων) κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία (που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες), θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά. Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής», στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής. Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής-παρουσίασαν τους νόμους του Θεού.
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην δυτική Ευρώπη. και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική. Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης. Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’; αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.
Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πΧ αιώνα. Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα.
Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.
Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.
Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά. Και σ’; αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων. Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’; αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών. Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική και επαναληπτική. Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’; αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικέννα και τον Αβερρόη.
Για τους δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.
Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων. Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινο-κάπηλοί μας δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.
Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα. Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες γέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου. Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.
Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.
Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας. Αν η δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός: και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της δυτικής Ευρώπης. Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.
Γιατί δεν υπάρχει Θεός Σημασιολογικά;
«Αν υπάρχει Θεός δεν υπάρχω, κι αν υπάρχω δεν υπάρχει Θεός»*. Η έννοια αυτής μου της φράσης έγκειται στην ίδια την σημασία της λέξης «υπάρχω». Το ότι υπάρχω εγώ προσωπικά σημαίνει ότι υφίσταμαι ως ζωντανός οργανισμός. Αυτή η λέξη ως έννοια φτιάχτηκε από ανθρώπους και αφορά τον κόσμο που τους περιβάλλει -και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Θεό. Αφενός μεν διότι ακόμη κι αν δεχθούμε την πιθανότητα ο Θεός να δημιούργησε τον υλικό κόσμο, αυτός παραμένει εκτός ύλης, εκτός νοητού και εκτός χρόνου και αφετέρου διότι οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει τον Θεό του, χρησιμοποιώντας ανθρώπινη ορολογία, περνά στα όρια της ειδωλολατρίας. Αν λοιπόν η έννοια της λέξης «υπάρχω» χρησιμοποιείτε από μέρους μας ώστε να υποδηλώσει την ίδια μας την ύπαρξη, θα είναι παράλογο και άτυπο να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα και για τον Θεό. Κι αυτό διότι Θεός και Άνθρωπος ως έννοιες, βάσει της θεολογίας, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες για τους λόγους που ήδη έχω προαναφέρει. Επομένως, δεν υπάρχει Θεός ούτε με την σημασιολογική έννοια της εν λόγω δήλωσης.
(*Αυτή η εγγραφή γράφτηκε με αφορμή ένα email που έλαβα προχθές όσον αφορά την εν λόγω δήλωσή μου, η οποία πιθανόν δεν έγινε κατανοητή από κάποιους αναγνώστες μου)



